ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ο φιλόσοφος, ως μυθοπλάστης και στυλίστας

Κωστής Παπαγιώργης

Κέντρο δηλητηριάσεων

εκδ. Καστανιώτη

Ε νάμιση χρόνο πριν από τον θάνατό του, ο ποιητής Ηλίας Λάγιος, γράφοντας στο περιοδικό Νέα Εστία (τεύχος 1755, Απρίλιος 2003) για το βιβλίο του Κωστή Παπαγιώργη Κανέλλος Δεληγιάννης, μετρούσε τον Παπαγιώργη ως «μακράν τον καλύτερο πεζογράφο τα τελευταία τριάντα σαράντα χρόνια», εννοώντας φυσικά με τον προσδιορισμό του πεζογράφου κάτι πολύ ευρύτερο από την μυθιστορία, όπως εξηγούσε, στη συνέχεια. Στο ίδιο κείμενο ο Λάγιος ανέπτυσσε την προσωπική του συλλογιστική για τους πεζογράφους, τους οποίους ξεχώριζε για να τους συγκρίνει κατόπιν με τον Παπαγιώργη και κατήρτιζε, ιδίοις εξόδοις, τη λίστα του.

Αν και δεν συμφωνούσα, παρά μόνο σε σημεία, με τη συλλογιστική του Λάγιου για τους πεζογράφους που ανέφερε (χωρίς φυσικά να μου διαφεύγει το υποδόριο στοιχείο της πρόκλησης) και, παρότι «όλως τυχαίως, ξεχνούσε» (για λόγους πασιφανώς ιδιωτικού δικαίου), να ισοψηφήσει τον Ευγένιο Αρανίτση με τον Κωστή Παπαγιώργη στην κορυφή της πυραμίδας του, δεν δυσκολεύτηκα ωστόσο να συμφωνήσω με τη γνώμη του για τον Παπαγιώργη και υπήρξα μάρτυς σοβαρής ιδιωτικής γκρίνιας και δυσαρέσκειας για τη δημόσια απόφανση του Λάγιου, μέρους της συντεχνίας, συμπεριλαμβανομένων δε και ποιητών, παραδόξως, οι οποίοι, ως γνωστόν, δεν φημίζονται για την εμπλοκή τους σε ζητήματα που δεν άπτονται αποκλειστικά της ποιητικής ιεράρχησης.

Κομψοτεχνήματα

Τη διάθεση του Λάγιου ανέσυρα για πολλοστή φορά διαβάζοντας τα κομψοτεχνήματα του Κωστή Παπαγιώργη στο Κέντρο Δηλητηριάσεων – άπαντα δημοσιευμένα στις εφημερίδες Ο κόσμος του επενδυτή και Lifo, κατά το διάστημα των τελευταίων ετών. Κείμενα, τα οποία επιπλέον έχουν γραφτεί κάτω από το άχθος του βιοπορισμού και της αμείλικτης περιοδικότητας, όπως επισημαίνει ο συγγραφέας, με άλλα λόγια, στο οπισθόφυλλο του βιβλίου. Εδώ, ο Παπαγιώργης με πρώτη ύλη όχι πολύ διαφορετική από αυτή των υπόλοιπων βιβλίων του, αλλά με μία αναγκαστική εκκίνηση συχνά από το γεγονός και την επικαιρότητα, δράττεται της ευκαιρίας να διεισδύσει στο υπόστρωμα των ημερομηνιών, με ένα είδος κειμένου το οποίο μετέρχεται σχεδόν των πάντων, προεξάρχοντος του στοχασμού και της ανάλυσης. Μία διευρυμένη πρόζα, κόβοντας σύρριζα τα όρια, όπως μας έχει καλομάθει ούτως ή άλλως ο Παπαγιώργης, κατά την οποία η σύλληψη, η φόρμα, το σχόλιο, η ανέλιξη, το γεγονός, το θέμα, η αναφορά, η αφορμή και εντέλει η ανακατασκευή λειτουργούν ως σημεία μίας αφήγησης που υποβάλλει τη συγχώνευση τρόπων και «ειδών», ταυτότητας και απροσδιοριστίας, αντικειμενικής πραγματικότητας και ερμηνείας.

Πέντε ενότητες

Ο τόμος διαιρείται σε πέντε ομοαίματες ενότητες: Τηλε-πολιτική (ο ανασκολοπισμός των πολιτικών συμπτωμάτων), Αγρυπνο πεζοδρόμιο (η παθολογία, ας πούμε. της καθημερινής ζωής και των συνδηλώσεών της), Πρόσωπα (θα έλεγα ψυχογραφήματα – εάν από το ποτήρι αυτό έπινε ο Παπαγιώργης ώς τον πάτο), Εωράκαμεν τους ληστάς (τα τικ της εθνικής ταυτότητας), Στα κάγκελα (η ανεστραμμένη σημειολογία του ποδοσφαίρου).

Εάν στην περίπτωση του Κέντρου Δηλητηριάσεων έχουμε να κάνουμε με έναν συγγραφέα, ο οποίος, αγγίζει τη σφαίρα του δημόσιου εκ του επιτηδεύματος, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη συνθήκη, επομένως είναι ευάλωτος στο δούναι και λαβείν αυτού που συμβαίνει, θα πρέπει ωστόσο να εννοήσουμε συχνά τη δοσοληψία του ως μεταστροφή ή εκτροπή αυτού που έχει λάβει ή λαμβάνει χώρα. Αν και οι όροι παραπέμπουν άμεσα στους Καταστασιακούς, και γνωρίζω από πρώτο χέρι την αναφυλαξία του Παπαγιώργη με τα έργα και τις ημέρες τους, παρά ταύτα πώς αλλιώς θα μπορούσε να προσληφθεί το παρακάτω απόσπασμα από κείμενο του βιβλίου, στο οποίο ο συγγραφέας αναλύει έναν ποδοσφαιρικό αγώνα μεταξύ των ομάδων Ιντερ – Αγιαξ.(…)Φαίνεται πως από λεφτά δεν πάει καλά το ολλανδικό σωματείο. Πώς αλλιώς να εξηγηθεί αυτή η φοβερή λειψανδρία; Ούτε ένα αστέρι. Ο προπονητής Ντάνι Μπλιντ έχει κάνει την ανάγκη φιλοτιμία, καθώς φρόντισε να προσαρμόσει τους παίκτες του στις αληθινές τους δυνατότητες. Η μετριότητα, είναι γνωστό τοις πάσι, πρέπει να κρύβεται ή να αντισταθμίζεται από επίκτητα χαρίσματα. Γενικεύοντας, είναι κάτι που το συναντάμε καθημερινά και παρά ταύτα εκπλήσσει. Οταν ρωτάμε για μια γυναίκα αν είναι όμορφη, κατά κανόνα ακούμε τη γνωστή απάντηση: «Είναι καλό παιδί». Αυτό σημαίνει: δεν έχει σημασία ότι δεν βλέπεται, έχει χαρίσματα που αναπληρώνουν το λουκ της. Στους λογοτέχνες ισχύει το ίδιο, και μάλιστα καθ’ υπερβολήν. Δεν πειράζει να μην τα καταφέρνει ένας άνθρωπος σε μια από τις καλές τέχνες. Πλην όμως αυτό που καταπλήσσει είναι ότι ο μετριογράφος αναπτύσσει εκπληκτικά όλες τις δευτερεύουσες ιδιότητες για να καλύψει την καταφανή έλλειψη. Είναι δηλαδή εργασιομανής, βιβλιοφάγος, πεισματάρης σαν πίτμπουλ, εγωκεντρικός, καλός μεταφραστής και τα παρόμοια. Ωστόσο, η σοφία των λαών έχει αποφασίσει περί αυτού. Με εκατό κουνέλια δεν φτιάχνει κανείς ένα άλογο…(…)

Η επινόηση δεν έγκειται παρά στον ίδιο τον πυρήνα της ανάλυσης και στην ερμηνεία, την αποσαφήνιση ή τη διάθλαση του συμβεβηκότος σε ομόκεντρες ή παράλληλες πραγματικότητες. Ούτως ή άλλως, όπως γνωρίζουμε καλά, η πραγματικότητα περιέχει ένα λανθάνον στοιχείο μυθοπλασίας, μια επινοημένη φόδρα.