ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Προσωπα

Πολλές φορές νιώθω σαν τηλεκατευθυνόμενο αεροπλανάκι ή αυτοκινητάκι. Με κάνουν ό,τι θέλουν οι χειριστές. Με ανεβάζουν και με κατεβάζουν. Με κάνουν να αναπτύσσω ιλιγγιώδη ταχύτητα, χάνοντας προς στιγμήν την αίσθηση της πραγματικότητας και σε δέκατα του δευτερολέπτου με ακινητοποιούν πάνω στο ψυχρό κράσπεδο. Οι χειριστές χαμογελούν ευχαριστημένοι, με μαζεύουν όπως όπως, με κλείνουν στο πορτ παγκάζ του αυτοκινήτου τους και φεύγουν για να συνεχίσουν το δρόμο τους, αυτόν για το οποίον πιστεύουν ότι είναι προορισμένοι!

Αν χρησιμοποιήσουμε λίγο τη φαντασία μας, θα μπορούσαμε να μεταφέρουμε τη χαλαρή, χαβαλετζίδικη υπόθεση με τα τηλεκατευθυνόμενα παιγνίδια σε αληθινές συνθήκες ζωής. Σαν αυτές που ζούμε τους τελευταίους μήνες, με τις διαδηλώσεις των φοιτητών, τα πανεκπαιδευτικά συλλαλητήρια, με τις εκούσιες και ακούσιες καταστροφές, τις απεχθείς εικόνες βίας τόσο εκ μέρους των αστυνομικών όσο και εκ μέρους των γνωστών – αγνώστων κουκουλοφόρων. Σαν αυτές που τελικά καθορίζουν τις πολιτικές εξελίξεις και σφραγίζουν τη συμπεριφορά του πολιτικού προσωπικού μιας χώρας. Βέβαια έχω ένα πρόβλημα στη διανομή των ρόλων. Ποιοι θα είναι οι χειριστές; Η εξουσία ή η αντεξουσία; Ποιοι θα επωμιστούν τη δουλειά του τηλεκατευθυνόμενου παιγνιδιού; Σύσσωμος ο λαός, ή μήπως ένα μικρό κομμάτι του; Και οι υπόλοιποι θα γίνουν, άραγε, κλακαδόροι της ιστορίας, αυτοί δηλαδή που σφυρίζουν, χειροκροτούν και γιουχάρουν είτε βρίσκονται στην Επίδαυρο, είτε σ’ ένα μεγάλο στάδιο ή στην αλάνα της γειτονιάς (αν έχει απομείνει τίποτα απ’ αυτήν και δεν έχει γίνει άκομψο πάρκιν αυτοκινήτων).

Δύσκολες απαντήσεις αυτές και ο κίνδυνος να υπάρξουν παρεξηγήσεις μεγάλος. Ο καθένας από μας, από φυλετική ιδιοσυγκρασία και μόνο, επιφυλάσσει για τον εαυτό του τον καλύτερο ρόλο, χωρίς να διευκρινίζει όμως ποιος είναι αυτός. Πρέπει να συνταχθούμε πίσω από τη συντεταγμένη πολιτεία και να πετροβολούμε τους νέους που είναι η εξέλιξη; Μα είναι προφανές ότι βρισκόμαστε μπροστά στη δημιουργία πραγματικού φοιτητικού κινήματος, μιας νέας ίσως ιδεολογικής πραγμάτωσης. Μήπως όμως θα ήταν προτιμότερο να συμπλεύσουμε με τους ταραξίες, χωρίς να γνωρίζουμε καν τα πραγματικά αίτια, στο όνομα των οποίων οχλαγωγούν, ασχημονούν ή λοιδορούν τους πάντες και τα πάντα; Μα αυτοί δεν είναι που πατούν πάνω στον φοιτητή και εκτοξεύονται στην πρώτη σειρά της επικαιρότητας;

Εδώ είναι Ελλάδα, δεν είναι παίξε γέλασε, φίλοι μου εκλεκτοί. Μόνο έτσι μπορούν κάποιοι να ερμηνεύσουν το φαινόμενο της μίνι επανάστασης ή της μίνι ανταρσίας των φοιτητών και των δασκάλων τους. Με Μοντεσκιέ, Καντ, Ρουσσώ, ακόμη και με Μακρυγιάννη, η ανάλυση του θέματος θα έμοιαζε μ’ ένα κουβάρι, του οποίου το νήμα δεν θα έβρισκε ποτέ κανείς. Ούτε καν οι «ευρηματικοί» dark κουκουλοφόροι που έσπαγαν με μανία τα πλακίδια του πεζοδρομίου κεντρικού δρόμου της Αθήνας για να πετούν πέτρες στους αστυνομικούς. (Ντροπή, προσβάλλουμε έτσι τον αγώνα των παιδιών της Παλαιστίνης που στην πρώτη ιντιφάντα πάσχιζαν με πέτρες να αντιμετωπίσουν τις ισραηλινές βιαιότητες.)

Η αλήθεια είναι ότι κάθε γενιά, αιώνες τώρα, μιλάει με μεγαλύτερη ή μικρότερη έμφαση για την άμβλυνση των αξιών και τη διαστρέβλωση των ηθών. Οι μεν αναφέρονται συχνά στην έλλειψη σεβασμού των νέων και εκείνοι με τη σειρά τους διεκδικούν την προσοχή που τους αξίζει. Οι παλιότεροι θεωρούν θέσφατο οτιδήποτε αποφασίζουν και οι νεότεροι θεωρούν αναφαίρετο δικαίωμά τους να το απορρίπτουν. Αλλά γιατί έχω την αίσθηση ότι όσα συμβαίνουν γύρω μας τον τελευταίο καιρό, μικρή μόνο σχέση έχουν με την απολύτως φυσιολογική αντιπαλότητα των γενεών; Γιατί νομίζω ότι δεν βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα ξέσπασμα της φοιτητικής νεολαίας, μια προσπάθεια να χτυπήσουν κόκκινο σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής τους, γιατί τίποτα απ’ όσα φτιάξαμε δεν τους αρέσει, αλλά σε κάτι διαφορετικό που δεν έχει σχέση με την ουσία της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης;

Ολοι συμφωνούν ότι η στρωτή και έως ένα βαθμό συντεταγμένη πορεία της Ελλάδας μετά τη μεταπολίτευση – σταθμό, έχει ολοκληρωθεί. Οι φοιτητές εκείνης της εποχής (όχι όλοι, υπήρξαν πολλοί που τίμησαν τους αγώνες τους) αφομοιώθηκαν από το αδηφάγο σύστημα, το πεινασμένο αντεράκι των κομματικών στελεχών λαδώθηκε, μοίρασαν μεταξύ τους τα οφίτσια, έγιναν με τον καιρό σπουδαία εξουσία, με τις μεζονέτες τους, τις μερσεντές κομπρέσερ, τις κρυμμένες βιλίτσες σε απόμερες νησιωτικές γωνιές… έστειλαν τα παιδιά τους στα κολέγια και στα αμερικανικά πανεπιστήμια. Εγιναν άτομα πρωσοποπαγή. Μέσα σ’ αυτή την προσωποπαγή κουλτούρα, όμως, χάθηκε η μάχη για την ποιότητα και την καινοτομία, όπως χάθηκε και ο αγώνας για ένα υγιές εκπαιδευτικό σύστημα ή ένα αποτελεσματικό σύστημα υγείας. Αντ’ αυτών δόθηκαν μάχες στο όνομα της χαλαρότητας, της νωθρότητας, του βολέματος. Κι ενώ θα έπρεπε να μεγιστοποιήσουν τη δυναμική των ιδεών και της φαντασίας, οι περισσότεροι επέλεξαν να… προεδρεύουν. Κι αν κάτι έμαθαν καλά είναι τα περί υλιστικού ανταγωνισμού και περί ατομικής υπευθυνότητας.

Θα ‘θελα να πιστέψω ότι αυτή η εξέγερση των φοιτητών (ανεξαρτήτως ποσοστού συμμετοχής και ανεξαρτήτως της εκμετάλλευσης την οποίαν υφίστανται) και η αντιπαλότητά τους με την εξουσία δεν θα τελειώσει μέσα στην έννοια της καταστολής και μόνο. Χρειάζεται να δημιουργηθούν ψήγματα νέων ιδεολογιών, νέων πολύ πιο σύγχρονων προσεγγίσεων. Χρειάζεται να εξαχθούν διδάγματα και για τους νέους και για τους μεγαλύτερους. Χρειάζεται να μάθουμε όλοι εμείς οι τηλεκατευθυνόμενοι πολίτες πόσο πολύ η χώρα έχει ανάγκη τις μεγάλες ή μικρές αλλαγές για να προχωρήσει. Και φυσικά με ποιο κόστος. Θα πείτε, μας λέει το αυτονόητο. Μα ακριβώς αυτό είναι που λείπει από τη σκέψη μας, το αυτονόητο και οι χρυσές μετριότητες για να το υλοποιήσουν.