ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Μια θυελλώδης σχέση…

Γαλάτεια Καζαντζάκη

Ανθρωποι και υπεράνθρωποι

Εκδ. Καστανιώτη

Κόρη του λογίου και εκδότη Στυλιανού Αλεξίου, αδελφή της Ελλης Αλεξίου και του ποιητή Λευτέρη Αλεξίου, πρώτη σύζυγος του Νίκου Καζαντζάκη, του οποίου το επώνυμο θα διατηρήσει, παρότι φεμινίστρια, σε όλη τη ζωή της και σύζυγος του Μάρκου Αυγέρη στη συνέχεια, η Κρητικιά Γαλάτεια Καζαντζάκη (1881-1962) υπήρξε μία από τις σημαντικότερες γυναικείες μορφές των Γραμμάτων μας στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα. «Η πρώτη Ελληνίδα σοσιαλίστρια συγγραφέας» (Τάκης Αδάμος), ποιήτρια, πεζογράφος, δοκιμιογράφος, θεατρική συγγραφέας, κριτικός, μεταφράστρια, συνεργάστηκε με πολλά και σημαντικά περιοδικά του καιρού της, επεσήμανε από τους πρώτους την αξία του Καβάφη, έγραψε κάποια από τα πρώτα αναγνωστικά στη δημοτική γλώσσα. Μαχητική και ανυποχώρητη, η Καζαντζάκη έθεσε στο έργο της με αμεσότητα το ζήτημα της ανισότητας, της εκμετάλλευσης, της απαξίωσης της ανθρώπινης ζωής και διεκδίκησε ελευθερία και αξιοπρέπεια για όλους τους ανθρώπους. Παρότι οι ιστορίες της νεοελληνικής λογοτεχνίας δεν την αναφέρουν καν, με εξαίρεση, φυσικά, την Ιστορία του Κορδάτου, τα έργα της, οι «Γυναίκες», οι «Αντρες», το ανά χείρας μυθιστόρημα, τα διηγήματά της, διαβάζονταν μέχρι και τη δεκαετία του ’80 – όταν δηλαδή έλαβε χώρα η ιδεολογική και αισθητική μετατόπιση που περιθωριοποίησε πολλούς προοδευτικούς συγγραφείς, για λόγους άσχετους με την ποιότητα του έργου τους.

Στο μυθιστόρημά της «Ανθρωποι και Υπεράνθρωποι», η Γαλάτεια Καζαντζάκη περιγράφει τη θυελλώδη σχέση της με τον Νίκο Καζαντζάκη, ο οποίος στην κριτική για το «Ridi Pagliaccio» της στο «Νουμά», το 1909, χάρη στην οποία γνωρίστηκαν, την χαρακτήριζε μια «κατακόκκινη και αντάρτισσα παραφωνία μέσα στην ασάλευτη σκλαβοπλανταγμένη ατμόσφαιρα της επαρχιώτικης σταχτόχρωμης ζωής…». Το βιβλίο εκδόθηκε λίγο πριν πεθάνει ο Καζαντζάκης (1957) και αναζωπύρωσε τις συζητήσεις για τον θρυλικό αυτό γάμο, που συζητιόταν επί χρόνια στους λογοτεχνικούς κύκλους. Οσο κι αν θέλουμε, για λόγους αρχής, να διαβάζουμε το εν λόγω μυθιστόρημα ως έργο φαντασίας, είναι σαφές ότι έχει βάση αυτοβιογραφική και εξιστορεί τα δεκαεφτά χρόνια της κοινής τους ζωής, ως την επισημοποίηση του χωρισμού τους, το 1926. Ενδιαμέσως, πάντως, η Γαλάτεια από Lalo de Castro είχε γίνει Πετρούλα Ψηλορείτη, πλάι στον Πέτρο Ψηλορείτη – τον Καζαντζάκη.

Κόντρα χωρίς ανταπόκριση

Ιδεολογικά αντίθετη με τον Καζαντζάκη, η Γαλάτεια ποτέ δεν σταμάτησε να κοντράρεται μαζί του, χωρίς ωστόσο ανταπόκριση από την πλευρά του. Στο «Ανθρωποι και υπεράνθρωποι» δεν καταβάλλει καμία προσπάθεια να συγκαλύψει τα πρόσωπα και τα γεγονότα. Εύκολα αναγνωρίζουμε την ίδια και τον Καζαντζάκη, αλλά και τον Σικελιανό, την Εύα, τον Κώστα Βάρναλη και τον Μάρκο Αυγέρη. Επίσης, δεν κάνει καμία προσπάθεια να συγκαλύψει το μένος της και την εμπάθειά της: η Γαλάτεια του βιβλίου, η Δανάη, μέμφεται τον Αλέξανδρο-Καζαντζάκη για ανανδρία, για παθολογική προσκόλληση στον πατέρα-τύραννο, για έλλειψη γενναιοδωρίας, για έλλειψη ερωτικής παραφοράς, για τα μούτρα, τους θυμούς, τη μεγαλομανία του. Θεωρεί το έργο του, που ασχολείται με τον Ανθρωπο και όχι με τους ανθρώπους, άψυχο, φτιαχτό, ψεύτικο και τη μεγαλοφυΐα του χαραμισμένη. Εξίσου τα βάζει όμως και με τον εαυτό της, που αγάπησε αυτόν τον άνθρωπο, τον πίστεψε, τον θαύμασε – ή μήπως που δεν κατάφερε να τον αλλάξει;

Ανάμεσα στην πραγματικότητα και στη φαντασία, η Γαλάτεια Καζαντζάκη περιγράφει σ’ αυτό το «έργο προσωπικής αντιδικίας» (Α. Σαχίνης), με γλώσσα ζωντανεμένη από την κρητικιά ντοπιολαλιά, άμεση και κοφτερή σαν μαχαίρι, σπαραχτικές «σκηνές από ένα γάμο». Φιλοτεχνεί δύο χαρακτήρες ολοζώντανους, που ξεφεύγουν από τα καλούπια στα οποία προσπαθεί να τους χωρέσει. Και δραματοποιεί μια σχέση μετέωρη, στην οποία ο καθένας προσχώρησε με διαφορετικές προσδοκίες και άλλα ζητούμενα, και ήταν ίσως εξαρχής καταδικασμένη.

Στρατευμένη αισθητική

Αυτήν ακριβώς τη σχέση εξουσίας και μνησικακίας, υποταγής και βουβής εξέγερσης, αδιαφορίας και υπονόμευσης, η Γαλάτεια την αφηγείται τόσο καλά, που ο αναγνώστης δεν θέλει να ξέρει, εντέλει, τη σύνδεσή της με τα πραγματικά πρόσωπα. Αντίστοιχα, οι αιτιάσεις προς τον συγγραφέα συγκροτούν μια ολόκληρη, στρατευμένη αισθητική, η οποία προβάλλεται και προτείνεται ως η μόνη που δικαιώνει ηθικά τον άνθρωπο, ως κοινωνικό και πολιτικό ον. Στην υπηρεσία αυτής της αισθητικής είναι ταγμένα και τα ιντερμέδια του βιβλίου, σκηνές αφηγηματικές ή δραματοποιημένες, που εισάγουν την πραγματικότητα στη ζωή και τη μόνωση των λογίων και των συγγραφέων.

Ετσι, το «Ανθρωποι και υπεράνθρωποι» είναι σήμερα ένα ανάγνωσμα με πολλαπλό ενδιαφέρον. Πρώτον, ξαναφέρνει στο προσκήνιο μια σημαντική μορφή της λογοτεχνίας μας, που έχει άδικα λησμονηθεί, μαζί με μια σειρά άλλους σημαντικούς συγγραφείς και ποιητές που, ευτυχώς, αυτή την περίοδο επανέρχονται στο προσκήνιο (Κ. Χρηστομάνος, Π. Πικρός, Κ. Παρορίτης, κ.ά.). Δεύτερον, το μυθιστόρημα καθαυτό είναι ένα έργο ορμητικό και σφιχτό και ζωντανεύει μια ολόκληρη εποχή. Ο αφοριστικός τόνος του μάλιστα, όσον αφορά τον πρωταγωνιστή-συγγραφέα, παρωθεί τελικά τον αναγνώστη να κάνει τις απαραίτητες, διορθωτικές αναγωγές. Παράλληλα, είναι ένα τυπικό έργο θέσης, που προασπίζεται τη στράτευση και τα σοσιαλιστικά ιδεώδη της συγγραφέως, ιδεώδη που βρίσκονταν σε συμφωνία με μια ολόκληρη εποχή. Αν προσθέσουμε σε όλα αυτά την ιδιαίτερη γοητεία της γλώσσας της Καζαντζάκη, καταλήγουμε ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ένα συναρπαστικό ανάγνωσμα, ένα από τα πολλά εκτός του νεοελληνικού κανόνος κείμενα που διατηρούν έως σήμερα ακέραιη τη δύναμη και την ομορφιά τους, ακόμα και μέσα στην υπερβολή και την ασυμμετρία τους.