ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Χαμένα όνειρα **

Δραματική

Σκηνοθεσία: Εμανουέλε Κριαλέζε

Πρωταγωνιστούν: Σαρλότ Γκένσμπουργκ, Βιντσέντσο Αμάτο, Ορόρα Κουατρότσι, Φραντσέσκο Κασίσα, Φίλιπο Πουτσίλο

Την ιστορία μετανάστευσης μιας οικογένειας από τη Σικελία στην Αμερική αφηγείται ο Εμανουέλε Κριαλέζε στα «Χαμένα όνειρα». Ο Κριαλέζε περιγράφει το ταξίδι της οικογένειας και των συνταξιδιωτών της σε ένα κινηματογραφικό κλίμα που θυμίζει το σινεμά των αδελφών Ταβιάνι, το «Και το πλοίο φεύγει» του Φελίνι, αλλά και κάτι από τις «Νύφες» του Παντελή Βούλγαρη.

Υπάρχουν αργοί ρυθμοί και κάποια λάθη σε σκηνές φαντασίας που παρουσιάζονται με υπερβολή. Από την άλλη πλευρά, όμως, υπάρχουν και στιγμές γνήσιας συγκίνησης στην ταινία, στα πλάνα της οποίας βρίσκεται ολοφάνερη η παράδοση του ιταλικού σινεμά.

Ο βοσκός Σαλβατόρε από τη Σικελία αποφασίζει να ταξιδέψει στην Αμερική για μια καλύτερη χώρα. Είναι η χώρα του ονείρου και της αφθονίας, όπως φαίνεται από κάποιες καρτ-ποστάλ και ονειρικές σκηνές που παρουσιάζουν τεράστια φρούτα, ποταμούς γάλακτος και δέντρα στα οποία φυτρώνουν νομίσματα. Θα είναι όμως πράγματι έτσι, όταν στο τέλος του ταξιδιού ο Σαλβατόρε φτάσει στην Αμερική;

Αφήνοντας τη Σικελία, έναν τόπο που ο Κριαλέζε παρουσιάζει σαν ένα μέρος όπου κυριαρχούν οι δυσειδαιμονίες, ο Σαλβατόρε θα πουλήσει τα ζώα του, θα αγοράσει παπούτσια και μαζί με την οικογένειά του και δύο συγχωριανές που σκοπεύουν να ταξιδέψουν για να παντρευτούν Ιταλούς εργένηδες στην Αμερική (βλέπε «Νύφες»).

Για την εποχή που περιγράφει η ταινία, ακόμη και η διαδρομή από το χωριό προς το λιμάνι είναι ένα ταξίδι πρωτοφανές για τους άμαθους χωρικούς. Επειτα από την καλογυρισμένη και συγκινητική αναχώρηση, στο ταξίδι με το πλοίο ο Σαλβατόρε θα γνωρίσει και θα προστατέψει από πειράγματα τη Λούσι, μια γυναίκα που προσέχει τον εαυτό της και έχοντας μάθει αγγλικά έχει τον προφανή στόχο να να βρει έναν πλούσιο άντρα.

Το ταξίδι τελειώνει στο Ελις Αϊλαντ, έναν τόπο όπου άλλα όνειρα μεταναστών αποδείχθηκαν δικαιωμένα και άλλα χαμένα. Κάπως έτσι είναι και η ταινία του Κριαλέζε. Σε άλλα σημεία της δικαιώνει τον κόσμο για τον οποίο μιλάει και σε άλλα απλώς προσπαθεί να εμπνευστεί απ’ αυτόν.