ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Επέκταση της Εθνικής Πινακοθήκης

Είναι κοινό μυστικό: η Εθνική Πινακοθήκη ασφυκτιά. Εδώ και πολλά, πολλά χρόνια. Το ημιτελές κτίριο των Παύλου Μυλωνά (1904-2005) και Δημήτρη Φατούρου δεν είναι δυνατόν να ανταποκριθεί στις στοιχειώδεις σύγχρονες μουσειολογικές ανάγκες της μεγαλύτερης πινακοθήκης της χώρας. Ευπρόσδεκτες οι μικροβελτιώσεις και τα «καμουφλάζ», δεν έχουν παρ’ όλα αυτά το αποτέλεσμα που θα είχαν εφόσον η διοίκηση (και η κάθε διοίκηση) είναι υποχρεωμένη να συμβιβαστεί με τους συγκεκριμένους διαθέσιμους χώρους. Η σημερινή Εθνική Πινακοθήκη εκπέμπει μια κλειστοφοβική, σχεδόν επαρχιακή αύρα, εντελώς ανάρμοστη για τον ρόλο της και τη μητρόπολη των τεσσάρων και πλέον εκατομμυρίων που είναι η Αθήνα.

Το θέμα περιφερόταν για χρόνια στα στόματα υπουργών χωρίς, όμως, να διαφαίνεται κάποια πρωτοβουλία στον ορίζοντα. Τελικά είναι η τωρινή ηγεσία του υπουργείου Πολιτισμού που δείχνει τη μεγαλύτερη αποφασιστικότητα. Πριν από λίγες εβδομάδες ο κ. Γιώργος Βουλγαράκης εξήγγειλε επίσημα την επέκταση της Εθνικής Πινακοθήκης και την ένταξη του έργου στο Δ΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης με «προίκα» 30 εκατομμυρίων ευρώ. Επίσης, ανακοίνωσε τη χρηματοδότηση της εκπόνησης της οριστικής μελέτης εφαρμογής με 2.800.000 ενώ άλλα 400.000 ευρώ θα δοθούν στα δύο αρχιτεκτονικά γραφεία των Κωνσταντίνου Μυλωνά (γιου του εκλιπόντος Παύλου Μυλωνά) και Δημήτρη Φατούρου, που ανέλαβαν να «επικαιροποιήσουν» την αρχική του 1970.

Προσθήκες στη μελέτη

Η νέα προμελέτη Μυλωνά-Φατούρου έχει εγκριθεί από το Κεντρικό Συμβούλιο Νεότερων Μνημείων αλλά εκκρεμούσε η πληρωμή των μελετητών και η ένταξη της οριστικής (θα την εκπονήσουν, φυσικά, οι ίδιοι) σ’ ένα αξιόπιστο χρηματοδοτητικό πλαίσιο. Γι’ αυτό και οι ανακοινώσεις Βουλγαράκη είχαν ιδιαίτερη σημασία. Η προσθήκη του τρίτου ορόφου θα προσθέσει 6.000 τ.μ. στην Εθνική Πινακοθήκη. «Μιλάμε για νέους εκθεσιακούς χώρους, αμφιθέατρο, πωλητήριο, σύγχρονες αποθήκες», εξηγεί στην «Καθημερινή της Κυριακής» η διευθύντρια του Ιδρύματος, Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα. «Θα αποκτήσουμε ένα πολύ ωραίο καφέ με θέα στην Ακρόπολη, ενώ το κτίριο στερεώνεται εξαρχής σύμφωνα με τον νέο αντισεισμικό κανονισμό», προσθέτει. Η επικαιροποιημένη μελέτη προβλέπει προσθήκες που δεν υπήρχαν στην αρχική, όπως δύο νέα υπόγεια ή τα σπειροειδή κλιμακοστάσια τα οποία θα προσδώσουν δυναμισμό στην όψη της Βασιλέως Κωνσταντίνου. Η κ. Λαμπράκη-Πλάκα σπεύδει να συμπληρώσει πως δεν πρόκειται για προεκλογικού χαρακτήρα εξαγγελία. «Τους τελευταίους έξι μήνες, το υπουργείο δουλεύει πολύ σκληρά σε αυτήν την κατεύθυνση και ο ίδιος ο πρωθυπουργός είχε θέσει την επέκταση του κτιρίου ανάμεσα στις προτεραιότητες της κυβερνητικής πολιτικής στον πολιτισμό». Ως προς το χρονοδιάγραμμα πιστεύει ότι «τα έργα δύσκολα θα αρχίσουν πριν από τις αρχές του 2010». Θα διαρκέσουν 2,5 χρόνια και υπάρχει η δυνατότητα συνέχισης της λειτουργίας τμήματος του υπάρχοντος κτιρίου. Μέρος, πάντως, της δραστηριότητας θα μεταφερθεί στου Γουδή, στις εγκαταστάσεις της Εθνικής Γλυπτοθήκης.

Στην ερώτηση, αν και με τη νέα επέκταση η Εθνική Πινακοθήκη καλύπτεται σε βάθος χρόνου, η κ. Λαμπράκη-Πλάκα είναι αρνητική. «Φιλοδοξούμε να μας δοθούν τα υπόλοιπα κτίρια στου Γουδή. Υπάρχουν δύο ακόμα κτίσματα, πανομοιότυπα της Γλυπτοθήκης κι ένας μεγάλος φούρνος. Εκεί θα μπορούσαμε να στεγάσουμε το Μουσείο του Συλλέκτη, έναν χώρο υποδοχής που σκεφτόμαστε για τις δωρεές συλλεκτών». Σήμερα η Εθνική Πινακοθήκη δεν διαθέτει ανάλογους χώρους (έτσι χάθηκε η συλλογή Παπαλουκά) και οι συλλέκτες το λιγότερο που επιθυμούν είναι έναν αυτόνομο, επώνυμο χώρο με τις δωρεές τους. Τα κτίρια ανήκουν στο Ταμείο Αποστράτων Εθνικής Αμυνας και μόνο ισχυρή πολιτική βούληση και ικανοποιητικά ανταλλάγματα μπορούν να κάμψουν τις αντιρρήσεις των «στρατηγών». Οσο για το απώτερο μέλλον, η κ. Λαμπράκη-Πλάκα δεν κρύβει ότι επεξεργάζεται ιδέες. «Η βύθιση της Βασιλέως Κωνσταντίνου, παλαιότερο σχέδιο, θα επιτρέψει την ενοποίηση της Πινακοθήκης με το άλσος Ριζάρη και την υπόγεια, έστω, επέκτασή μας προς το άλσος. Είναι ένα ρεαλιστικά ουτοπιστικό σχέδιο και ο κ. Σουφλιάς έδειξε ενδιαφέρον».

Η περιπέτεια ενός κτιρίου

Η Πινακοθήκη στεγάστηκε αρχικά στο κεντρικό κτίριο του Πολυτεχνείου, σ’ έναν μικρό χώρο, όπου παρέμεινε μέχρι την κήρυξη του πολέμου το 1940. Η συνένωσή της το 1954 με το κληροδότημα Αλέξανδρου Σούτζου, με πρωτοβουλία του τότε διευθυντή της Μαρίνου Καλλιγά, συνέβαλε αποφασιστικά στην ανάπτυξή της. Παρ’ όλα αυτά, η Εθνική Πινακοθήκη παρέμενε ουσιαστικά άστεγη. Ετσι, το 1956 προκηρύχθηκε αρχιτεκτονικός διαγωνισμός, ένας από τους πιο επιτυχημένους της προδιδακτορικής περιόδου. Συμμετείχε η αρχιτεκτονική ελίτ της εποχής κι έφερε αντιμέτωπες την προπολεμική γενιά που εκπροσωπούσαν οι Π. Σακελλάριος, Π. Βασιλειάδης, Εμμ. Βουρέκας κ.ά. με τις γενιές του ’40 και του ’50 (Π. Μυλωνάς, Δ. Φατούρος, Γ. Αναιρούσης, Α. Συμεών κ.ά.). Τελικά επικράτησαν οι «νέοι» (Μυλωνάς, Φατούρος) έχοντας τη διακριτική υποστήριξη του Δημήτρη Πικιώνη, μέλους της κριτικής επιτροπής, μαζί με τους Π. Μιχελή, Ε. Ρουσόπουλο και Γ. Πάνζαρη. H βραβευμένη λύση στην οποία είχε συμβάλει και ο Νίκος Μουτσόπουλος ήταν ένα πενταώροφο κτίριο, μπρουταλιστικών καταβολών. Αυτό που δεν γνωρίζει το ευρύ κοινό είναι ότι ο αρχιτεκτονικός διαγωνισμός πραγματοποιήθηκε με την Εθνική Πινακοθήκη χωροθετημένη σε οικόπεδο δίπλα από το Βυζαντινό Μουσείο. Τελικά η χωροθέτηση άλλαξε, το νέο κτίριο θα χτιζόταν στο τρίγωνο που σχημάτιζαν οι λεωφόροι Βασιλέως Κωνσταντίνου, Μεγάλου Αλεξάνδρου και Μιχαλακοπούλου, απέναντι από τον πρωτοφανή, για την εποχή, όγκο του «Χίλτον». Η εκπόνηση της μελέτης κράτησε 13 ολόκληρα χρόνια, έως το 1970 (είχε προηγηθεί η θεμελίωση το 1964). Από την αρχική μελέτη κρατήθηκε μόνο η «κεντρική ιδέα», το κτίριο χαμήλωσε κατά δύο ορόφους κι αυτό που προέκυψε ήταν το μακρόστενο διώροφο παραλληλεπίπεδο της κυρίως Πινακοθήκης και ο μονώροφος κύβος του Μουσείου Αλέξανδρου Σούτζου, οι οποίοι συνδέονται με γέφυρα σχηματίζοντας ένα ασύμμετρο Η. Τα εγκαίνια έγιναν το 1976. Για την απώλεια του τρίτου ορόφου, που τώρα ετοιμάζουμε να προσθέσουμε, αναπτύχθηκε ολόκληρη φιλολογία. Οι «κακές γλώσσες» λένε ότι το χεράκι της πρέπει να έβαλε και η αμερικανική, τότε, διοίκηση του «Χίλτον» που δεν ήθελε εμπόδια στη δική του θέα…