ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Αντηχησεις

Το κτήμα μας στην Εύβοια το είχαμε ονομάσει Μπάμπουρα, επειδή το τσίμπημα ενός εντόμου είχε πιστοποιήσει με κωμικοτραγικό τρόπο τη συμφωνία αγοράς. Οταν παραδόθηκε στις φλόγες, μαζί με όλη την πλαγιά στη θέση Καλογερικό, δεν το σκεφτήκαμε ούτε για μια στιγμή ως κάτι δικό μας. Οπως και με τα κτήματα των άλλων γειτόνων δεν βλέπαμε περιουσίες, παρά μόνο το εύρος της καταστροφής. Τους ανθρώπους που χάθηκαν, τα κοπάδια, την αγροτική παραγωγή, τις ρίζες ελιάς. Δυο μέρες μετά, στο σούπερ μάρκετ, συνειδητοποιήσαμε ότι ακόμη και όταν κοπάσει η λαίλαπα η ζωή μας δεν θα ξαναείναι ίδια. Θα συνεχίσουμε να τρώμε ντομάτες Βελγίου, όχι μόνο εξαιτίας της ποσόστωσης στα ελληνικά σούπερ μάρκετ, αλλά και εξαιτίας της μειωμένης παραγωγής. Το ίδιο πρέπει να σκέφτονταν με θλίψη και οι μπροστινοί μας που στα τέλη Αυγούστου ζουλούσαν πλαστικές εισαγόμενες ντομάτες και τις ξανάφηναν στη θέση τους. Η μόνη συσπείρωση που μοιραζόμαστε πλέον είναι η συσπείρωση εθνικής θλίψης.

Η εθνική συσπείρωση στην Ελλάδα καταλήγει πάντα σε ένα είδος εθνικής υπονόμευσης. Κάθε φορά αναρωτιόμαστε γιατί συμβαίνει αυτό. Η απάντηση είναι πως δεν πρόκειται για πραγματική συστράτευση, για σχεδιασμένη έξοδο από την κρίση. Είναι σχεδόν πάντα ρηχή, ρητορική, μεγαλόσχημη και καταφεύγει σε θεωρίες συνωμοσίας. Σε ένα κανάλι ανέμιζε η γαλανόλευκη στη διάρκεια των μεταδόσεων από τα μέτωπα της φωτιάς προς υπογράμμιση του εθνικού χαρακτήρα της καταστροφής. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός ανέφερε στο διάγγελμά του τρεις φορές τη λέξη «πατρίδα». Και παντού η ρητορεία περίσσευε: «Στάχτη το παρελθόν μας» (για την αρχαία Ολυμπία), «συντονισμένο σχέδιο εξολόθρευσης της χώρας» (για τις πυρκαγιές). Η θεωρία των εκρηκτικών μηχανισμών σε στρατηγικά σημεία της Αττικής, η περιγραφή τηλεφώνων που εκρήγνυνται από μακριά α λα Τζέιμς Μποντ, η ανάμιξη της αντιτρομοκρατικής έδωσαν στις ελληνικές πυρκαγιές κάτι από τη σημειολογία της 11ης Σεπτεμβρίου. Το μοναδικό σχέδιο που εκτελέστηκε με προσοχή και ακρίβεια ήταν η συνωμοσιολογία.

Προς στιγμήν η λύση φάνηκε να είναι τα μπλόκα στα μηχανάκια και στα πορτ μπαγκάζ των αυτοκινήτων ώστε να εντοπιστούν μπιτόνια βενζίνης. Αυτό ήταν το μεγάλο αμερικανικό μάθημα: όλοι είμαστε ένοχοι έως αποδείξεως του αντιθέτου. Ο πιο εύκολος τρόπος για την αποποίηση ευθυνών είναι η δημιουργία ενός σκοτεινού εχθρού που απεργάζεται σατανικά σχέδια. Εδώ δεν έχουμε ισχυρή μουσουλμανική κοινότητα, τι άλλο βρήκαμε προς εκμετάλλευση; Τους αντιεξουσιαστές που καίνε το Πολυτεχνείο. Διά οπτικής αλληλουχίας, προφανώς, μίλησαν κάποιοι για εμπλοκή του αντιεξουσιαστικού χώρου. Λίγες μέρες νωρίτερα είχε γίνει λόγος μισοαστεία – μισοσοβαρά για την αντιπολίτευση. Οι Τούρκοι ασχολούνταν με τις εκλογές τους, οπότε δεν μπορούσαμε να τους εμπλέξουμε ευθέως. Ποιοι θέλουν λοιπόν να καταστρέψουν την Ελλάδα;

Οπως φάνηκε από τις προσαγωγές, όλοι μας. Εντεκάχρονα παιδιά που δεν έχουν καταλάβει τίποτα για το ελληνικό παρελθόν και παρόν, παρότι όλη η χώρα ασχολείται εδώ και μήνες με το βιβλίο της Ιστορίας τους. Σαλεμένοι γέροντες, ίσως οι ίδιοι που πετάνε τα σκουπίδια τους στις χωματερές. Η γριά με τη φουφού της. Τα αγόρια στο μηχανάκι, σταλμένα από οικοπεδοφάγους. Αν η εθνική συσπείρωση ήταν πραγματική δεν θα σχετιζόταν με τη σημαία και την αναζήτηση ενόχων αυτή τη στιγμή. Θα σχετιζόταν με την αυτογνωσία. Και με τη σωτηρία του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο ζούμε.

Γι’ αυτό και τα κόμματα, ιδίως τα μεγάλα κόμματα, θα ασχοληθούν πολύ σε αυτήν την προεκλογική περίοδο με το περιβάλλον και την οικολογία. Θα εξαγγείλουν προγράμματα, θα μοιράσουν προκαταβολικά χρήματα και υποσχέσεις, θα μιλήσουν και πάλι για «ειδική μέριμνα» και «ειδικά ταμεία», αφού η λέξη «ειδικός» είναι η καλύτερη γενίκευση πίσω από την οποία κρύβεται η απουσία σχεδιασμού και λύσεων. Στο φαλακρό τοπίο θα πουν τα παραμύθια τους για την ενωμένη Ελλάδα, για το μέλλον, την προστασία του περιβάλλοντος και της «πατρίδας». Κι εμείς; Τι θα κάνουμε εμείς; Θα θυμόμαστε τη φούσκα και αυτής της εθνικής συσπείρωσης μόλις αλλάξει η θεματολογία των ειδήσεων;