ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Εμπνευσμένος Μινκόφσκι σε γαλλική μουσική

Στα… παράπλευρα οφέλη του καύσωνα του Ιουλίου προσμετρείται η μεταφορά ορισμένων συναυλιών από το ακουστικά δυσμενές Ηρώδειο στην Αίθουσα Φίλων της Μουσικής. Ετσι, μετά τη βραδιά που διηύθυνε ο Ουίλιαμ Κρίστι, στις 24 Ιουλίου σειρά είχε η συναυλία των Μουσικών του Λούβρου – Γκρενόμπλ υπό τον Μαρκ Μινκόφσκι. Η μεταφορά αποδείχτηκε σωτήρια, καθώς οι διεξοδικά δουλεμένες ερμηνείες με τις αναρίθμητες λεπτομέρειες που είχε επεξεργαστεί ο Γάλλος αρχιμουσικός πολύ δύσκολα θα ακούγονταν στο Ηρώδειο. Επίσης, όπως φάνηκε, ούτε η φωνή της μεσοφώνου Αννε Ζοφί φον Οττερ θα είχε ευνοηθεί στον ανοιχτό χώρο.

Τα τελευταία χρόνια, έπειτα από έξοχες ερμηνείες σε έργα του 17ου και 18ου αιώνα, ο Μινκόφσκι προχωρά στον αιώνα του ρομαντισμού, εστιάζοντας στη γαλλική μουσική. Η αθηναϊκή συναυλία του περιέλαβε έργα Μπερλιόζ, Μπιζέ και έφτασε ώς τις παρυφές του ιμπρεσιονισμού με τη σκηνική μουσική «Σάυλοκ» του Φωρέ, γραμμένη για παράσταση του σαιξπηρικού «Εμπορου της Βενετίας». Από το ταξίδι στον κόσμο του μπαρόκ ο Μινκόφσκι έχει κρατήσει την καθαρότητα στον διάλογο των ηχοχρωμάτων, τη σαφήνεια και ακρίβεια στον σχηματισμό των φράσεων, ακόμα και μία νευρικότητα στα ζωηρά μέρη. Ετσι, μπορεί να αναδεικνύει επιμέρους ποιότητες μουσικής δωματίου στο έργο του Φωρέ χωρίς να πλήττει τη συνολική ηχητική εντύπωση.

Οι αρετές αυτές παντρεύονται με τον έξοχα καλλιεργημένο ήχο των εγχόρδων της ορχήστρας του και τα αδρά, λαμπερά, κάποτε και ατίθασα ηχοχρώματα των «φυσικών» πνευστών.

Κυρίως όμως ελέγχονται από τη μοναδική πλαστικότητα της διεύθυνσής του: ακόμα και όταν ο Μινκόφσκι επιλέγει ακραία αργές ταχύτητες οι φράσεις δεν διαλύονται, ο ειρμός δεν χάνεται.

Στις «Νύχτες καλοκαιριού» του Μπερλιόζ ιδανική συνοδοιπόρος αποδείχτηκε η φον Οττερ, τραγουδίστρια σπάνιας μουσικότητας που ελέγχει άριστα τα εκφραστικά της μέσα. Η ίδια η φωνή της δεν προσφέρεται για το συγκεκριμένο ρεπερτόριο, καθώς δεν είναι ούτε ιδιαίτερα μεστή ούτε επαρκώς ισχυρή. Ομως η φον Οττερ υπήρξε έως και συγκλονιστική, καθώς αξιοποίησε στο μέγιστο όσα διαθέτει, αναδεικνύοντας με τον πιο επιτυχημένο τρόπο την ουσία της μουσικής του Μπερλιόζ, τον αισθησιασμό και τη νοσταλγία της. Η ρευστότητα της μελωδικής γραμμής ήταν πρωτοφανής, οι σιωπές είχαν ήχο.

Το δεύτερο μέρος της βραδιάς περιλάμβανε τη σκηνική μουσική του Μπιζέ για την «Αρλεζιάνα», που ο Γάλλος αρχιμουσικός ερμήνευσε με ζωηρές αντιθέσεις. Πρόσθετη ατραξιόν ήταν οι απολαυστικές, πνευματώδεις εξηγήσεις για τα έργα που έδινε από σκηνής ο Μινκόφσκι, κρατώντας στο χέρι το μονόφυλλο του Φεστιβάλ για τη συναυλία.