ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Αποτυπωματα

«Εμείς οι μαθητές του Γυμνασίου του Λάλα ζούμε κάθε μέρα τη μυθολογία της περιοχής μας. Παίζουμε κάτω από τις φυλλωσιές του δάσους. Πιάνουμε πέστροφες, τριχιώτες, χαμοσούρτες και χέλια το καλοκαίρι. Και μερικές φορές δεν χρησιμοποιούμε απόχη, αλλά τον παλιό τον τρόπο: λιώνουμε στις πέτρες του ποταμού το φυτό φλουσκούνι που νεκρώνει τα ψάρια. Τρώμε το αγριογούρουνο που κυνηγήσαμε με τις παγάνες και τα σκυλιά. Σφάζουμε, με γιορτές και χορούς, το γουρούνι τον Φεβρουάριο. Κυνηγάμε τρυγόνια, μπέτους, φάσες, μπεκάτσες, κοκκινολαίμια, τζόνια, γαϊδουρότζονα, κατσιλιέρες, κοτσύφια, φασιανούς και κοκκινονούρες… Ο μύθος της Φολόης είναι η πραγματικότητά μας».

Αυτά έγραφαν, πριν από τις φωτιές της Ηλείας, οι 27 μαθητές που συμμετείχαν σε ένα περιβαλλοντικό πρόγραμμα. Η πραγματικότητα που περιγράφουν σε μια διαδικτυακή σελίδα μοιάζει να ανήκει σε μια πολύ παλιά, μια χαρισάμενη εποχή, όταν το κυνήγι ήταν μια συνήθης και όχι «αντι-οικολογική» δραστηριότητα. Σήμερα τα ψάρια δεν τα νεκρώνει το φλουσκούνι, αλλά οι στάχτες που κατεβάζει το ποτάμι. Το δρυοδάσος της Φολόης και το χωριό του Λάλα περικυκλώθηκαν από τη φωτιά αλλά σώθηκαν με μικρές απώλειες. Ομως η πραγματικότητα του σκληρού αγώνα για επιβίωση θα είναι η αυριανή μαύρη μυθολογία στις πυρπολημένες περιοχές. Δεν κάηκε μόνο το παρόν, αλλά το παρελθόν και το μέλλον των ανθρώπων και της Φύσης, κάηκαν μνήμες συλλογικές και προσωπικές. Το δάσος του Καϊάφα, φιλόξενο, σκιερό, χωρίς εισιτήριο, φιλικό προς τους νέους, τους φτωχούς, τους ξένους, τους καμπίσιους, τους αστούς και τους βουνίσιους, σήμερα ζει στη χώρα των παραμυθιών, συντροφιά με τον Κένταυρο Φόλο και τη μητέρα του, τη νύμφη Φιλία.

Η καθημερινή ζωή στο χωριό δεν είναι ειδυλλιακή. Φιλτραρισμένες, επιλεγμένες είναι οι αναμνήσεις που κρατάμε, οι εικόνες που θέλουμε να θυμόμαστε. Οι μαθητές αγαπούν τον τόπο τους, αλλά γράφουν αυτά που εμείς οι μεγάλοι περιμένουμε να ακούσουμε. Αποσιωπούν τις δυσκολίες, την πλήξη, τα οικονομικά, μορφωτικά και επαγγελματικά αδιέξοδα που συχνά σφραγίζουν τη ζωή στο χωριό. Το Μολ, τα Γκούντις, η καφετέρια στην πόλη, το κινητό, το iPod, το ταχύ κομπιούτερ πιθανόν να μετρούν στα μάτια των παιδιών πιο πολύ από το ψάρεμα στον ποταμό Ερύμανθο και τις φτιαγμένες από κλαριά και ξερά φύλλα καλύβες που έστηναν οι παππούδες τους στην παραλία του Κακόβατου, πιο πολύ και από τον «Κωλοσούρτη», το τοπικό τρένο που ξεκινούσε από την Ολυμπία και οδηγούσε στη θάλασσα, στο Κατάκολο.

Ισως σε μερικές δεκάδες χρόνια τα παιδιά των σημερινών παιδιών του χωριού να εργάζονται ως γκαρσόνια και «ντι-τζέι», σεκιουριτάδες και μαναντζερόπουλα σε μεγάλα ξενοδοχειακά συγκροτήματα που θα παρέχουν εξαιρετικές περιβαλλοντικές εμπειρίες σε όποιους μπορούν να τις αγοράσουν, εμπειρίες που κάποτε ήταν αυτονόητες και προσιτές σε όλους. Ισως οι φωτιές να δώσουν ώθηση στην εργολαβική, τουριστική και τραπεζική επιχειρηματικότητα, να φέρουν πιο κοντά το εκσυγχρονισμένο μέλλον μας, την Ελλάδα της μεζονέτας, του γκαζόν και της φάρμας αδυνατίσματος, της πίστας και της πισίνας, των γηπέδων του γκολφ και της Μαρίνας – όχι των βράχων, αλλά του τσιμέντου και της ασφάλτου.