ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Αγάπη σε σκοτεινό φόντο

Τόνι Μόρισον

Αγάπη

μετ. Κατερίνα Σχινά

εκδ. Νεφέλη

σελ. 263 – 25 ευρώ

Η Τόνι Μόρισον επιμένει να αυτοπροσδιορίζεται ως «Αφροαμερικανίδα γυναίκα συγγραφέας σε έναν κόσμο όπου κυριαρχούν διακρίσεις με βάση τη φυλή και το φύλο» και θεωρεί εκ του πονηρού κάθε προσπάθεια απάλειψης κάποιου από τους δύο αυτούς χαρακτηρισμούς. Γυναίκα και μαύρη· στον αστερισμό αυτού του διπλά κυριαρχούμενου καθορισμού αναπτύσσεται το συγγραφικό της έργο, από το πρώτο της μυθιστόρημα, τα «Γαλάζια μάτια», μέχρι το πιο πρόσφατο, την «Αγάπη».

Η Μόρισον γεννήθηκε σε μια οικογένεια μαύρων μικροκαλλιεργητών στο Οχάιο. Αν και φτωχή, η οικογένειά της έδινε μεγάλη σημασία στη μόρφωση, με αποτέλεσμα η Μόρισον να κάνει λαμπρές σπουδές Λογοτεχνίας, και ταυτόχρονα της μετέδωσε την αγάπη για τη λαϊκή κουλτούρα των μαύρων της Αμερικής.

Οικουμενική θεματολογία

Βραβευμένη το 1988 με το Πούλιτζερ (για την «Αγαπημένη», το καλύτερο ίσως μυθιστόρημά της) και το 1993 με Νομπέλ, η Μόρισον δεν θεωρείται απλώς μία από τις σημαντικότερες Αμερικανίδες συγγραφείς, αλλά και η συγγραφέας που άλλαξε την εικόνα της αφροαμερικανικής λογοτεχνίας. Παραμένοντας προσηλωμένη σε μια συγκεκριμένη θεματολογία, την ιστορία των μαύρων της Αμερικής και ειδικότερα των γυναικών, η Μόρισον υπερβαίνει τη συνήθη κατηγορία του κοινωνιολογισμού που βάραινε τη λογοτεχνία των μαύρων και καταφέρνει να εξαγάγει από το μερικό το καθολικό, να δώσει φωνή στους ανθρώπους της φυλής της και να μιλήσει για πράγματα οικουμενικά και πανανθρώπινα.

Στην «Αγάπη», το τελευταίο της μυθιστόρημα, υπάρχουν όλα τα στοιχεία που συνθέτουν τη συγγραφική σφραγίδα της Μόρισον. Θέμα της η αγάπη και οι ποικίλες μορφές της, φιλική, ερωτική, συζυγική, σεξουαλική, οικογενειακή, αλλά και οι αρνητικές εκδοχές της, το μίσος, η ζήλια, ο ανταγωνισμός, οι λυσσαλέες συγκρούσεις μεταξύ εκείνων που αγαπούν και αγαπιούνται. Υπάρχει η ιστορική και κοινωνιολογική ματιά της στην κοινωνία των μαύρων της Αμερικής, που παρουσιάζεται κυρίως μέσα από το επιτυχημένο ξενοδοχείο του Μπιλ Κόζι, στο οποίο συρρέουν οι εύποροι μαύροι της δεκαετίας του ’40 για να διασκεδάσουν και να απολαύσουν τους μεγάλους μαύρους μουσικούς, αλλά και ο αντίποδάς του, ο Συνοικισμός, όπου ζουν οι πιο φτωχοί, οι πιο αμόρφωτοι, οι καταραμένοι της κοινωνίας.

Ομως, πλάι στο κοινωνικό, μέσα σ’ αυτό και άρρηκτα συνδεδεμένα μαζί του, υπάρχουν τα ατομικά πεπρωμένα, τα προσωπικά δράματα και ο ανελέητος ανταγωνισμός των πέντε γυναικών που κατασπαράσσονται και κατασπαράσσουν η μία την άλλη στο παιχνίδι της αγάπης. Υπάρχει η μουσικότητα και ο ρυθμός της γλώσσας των μαύρων, με τους απόηχους της τζαζ, των σπιρίτσουαλ αλλά και της Βίβλου, ο μαγικός τρόπος σκέψης τους, που εκφέρεται από την Γ., τη μαγείρισσα του ξενοδοχείου, η οποία αφηγείται με το δικό της τρόπο την ιστορία του Κόζι και των γυναικών του. Και ταυτόχρονα υπάρχουν οι τρόποι του μοντερνισμού, η πολυφωνική αφήγηση, τα παιχνίδια με το χρόνο και η σπειροειδής αποκάλυψη της ιστορίας, που φέρνουν στο νου τους λευκούς δασκάλους της Μόρισον, τον Φώκνερ και τη Γουλφ κυρίως.

Ενας άντρας-κλειδί

Η ίδια η συγγραφέας λέει: «Αυτό που με ενδιέφερε ήταν ο τρόπος με τον οποίο η σεξουαλική αγάπη αλλά και άλλες μορφές αγάπης οδηγούνται στην προδοσία. Πώς γίνεται και οι άνθρωποι καταλήγουν να καταστρέφουν αυτό που περισσότερο από καθετί θέλουν να προστατέψουν; Και ολοφάνερα στην καρδιά όλων αυτών βρίσκεται η ίδια η προσπάθειά μας να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε». Και πολύ ευφυώς στην καρδιά του μυθιστορήματος τοποθετεί μια απούσα πλέον ανδρική μορφή. Ο Μπιλ Κόζι, νεκρός εδώ και είκοσι πέντε χρόνια τη στιγμή που ξεκινά η αφήγηση, είναι το αντικείμενο της αγάπης και της διεκδίκησης πέντε γυναικών. Η Μέι και η Κριστίν, νύφη και εγγονή του, η Χηντ, η δεύτερη και κατά πολύ νεότερη σύζυγός του (ο Κόζι την παντρεύεται αγοράζοντάς τη γύρω στα 50 του χρόνια και όταν εκείνη είναι έντεκα ή δώδεκα χρόνων), η Βίντα, μια υπάλληλος του ξενοδοχείου, που χωρίς να τον εξιδανικεύει παραμένει αιχμάλωτη της γοητείας του, η Τζούνιορ, ένα ατίθασο κορίτσι που καταπλέει στο σπίτι των Κόζι κατευθείαν από το αναμορφωτήριο και παρ’ όλο που δεν τον έχει γνωρίσει ποτέ είναι κι αυτή στοιχειωμένη από την παρουσία του.

Ιδωμένος σε όλους τους διαφορετικούς ρόλους του, αντικείμενο και υποκείμενο διαφορετικών μορφών αγάπης, ο Κόζι παραμένει ώς το τέλος του βιβλίου ένα σκοτεινό πρόσωπο, η Μόρισον δεν μας επιτρέπει να καταλήξουμε σε μια οριστική, θετική ή αρνητική, κρίση για αυτόν. Αντίθετα, πολύ πιο καθαρά σκιαγραφούνται οι γυναίκες που καθεμιά με τον τρόπο της σχετίζονται μαζί του, τον αγαπούν, τον ποθούν, γοητεύονται ή εξαρτώνται από αυτόν, συγκρούονται μαζί του. Οι ισχυροί γυναικείοι χαρακτήρες είναι εξάλλου ένα ακόμη σήμα κατατεθέν της Μόρισον. Η «Αγάπη» είναι ένα βιβλίο πικρό, όπου λίγη πραγματική αγάπη θα βρει ο αναγνώστης. Στη θέση της ένα πλέγμα σχέσεων, εξαρτήσεων, αδυναμιών, επιθυμιών, εξεγέρσεων, προδοσιών, προσδοκιών, ματαιώσεων. Πάνω τους ακονίζονται τα μαχαίρια που οι ηρωίδες της Μόρισον, αλλά και όλοι μας τελικά, στρέφουμε ο ένας εναντίον του άλλου, πολύ συχνά εν ονόματι της αγάπης.

Η Κατερίνα Σχινά, μεταφράστρια των περισσότερων από τα μυθιστορήματα της Μόρισον, κατέχει τους ρυθμούς και το ύφος της Αμερικανίδας συγγραφέως και τους μεταφέρει με απόλυτη επιτυχία στα Ελληνικά.