ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Αρχαίος τόπος, σύγχρονα λάθη

Την πρώτη μέρα, 26 Αυγούστου, είχαν καεί απλώς… «μερικά δέντρα» στην Αρχαία Ολυμπία. Οσο οι μέρες περνούσαν, απ’ όταν η φωτιά έφτασε μέχρι την είσοδο του Μουσείου, ο κατάλογος με όσα είχε αγγίξει η φωτιά μάκραινε: ο Κρόνιος Λόφος, το Στάδιο, η αποθήκη του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου, ο χώρος της Ολυμπιακής Ακαδημίας… Σιγά σιγά, χωρίς ιδιαίτερη προθυμία, το υπουργείο Πολιτισμού άρχισε να κάνει ανακοινώσεις για τις φθορές που είχε προξενήσει η φωτιά. Και κάθε μέρα προέκυπταν και νέες… Μόλις την περασμένη Τρίτη διαπιστώθηκε ότι τρεις χιλιάδες αρχιτεκτονικά μέλη στον χώρο είχαν υποστεί ζημιές!

Μια εβδομάδα αργότερα, ο αρχαιολογικός χώρος είχε ανοίξει για το κοινό, οι τουρίστες άρχισαν δειλά δειλά να περιηγούνται και να φωτογραφίζουν τα αρχαία μνημεία και τις πολλές πληγές που άφησε η φωτιά. Τον επισκεφθήκαμε, είδαμε από κοντά το χρώμα της στάχτης, όπου μέχρι πριν από λίγο υπήρχε ζωντανό δάσος. Είδαμε την απόλυτη καταστροφή του χώρου της Ολυμπιακής Ακαδημίας και του Κρόνιου Λόφου, τη μαυρισμένη κοίτη του ποταμού Κλαδέου, την καμένη κορυφογραμμή στην πλευρά του Σταδίου, το ζοφερό φόντο.

Υπήρχαν τρόποι να προστατευτούν καλύτερα οι αρχαιολογικοί χώροι; Ενέργειες που θα μπορούσαν να γίνουν και δεν έγιναν; Πώς προστατεύονται οι αρχαιολογικοί χώροι από τις φυσικές καταστροφές; Αυτά τα ερωτήματα κυριάρχησαν τις πρώτες μέρες, αφού όλα έδειχναν ότι υπήρξαν και ελλείψεις και παραλείψεις. Και ένα υπερσύγχρονο, δαπανηρό σύστημα πυρόσβεσης που, ξαφνικά, συγκέντρωσε όλη την κριτική, σαν αυτό και μόνο να έφταιγε για τις καταστροφές, για τη φωτιά που έφτασε μέχρι την πόρτα του Νέου Μουσείου.

Δέκα μέρες μετά τη φωτιά, το υπουργείο Πολιτισμού άρχισε να ανακοινώνει τι μέτρα πρόληψης θα λάβει για τον χώρο της Αρχαίας Ολυμπίας. Με σπουδή εκ των υστέρων, για πράγματα αυτονόητα εκ των προτέρων.

Γελαστή κοιλάδα ανάμεσα σε χαμηλά, καμένα βουνά

«Τα κτίρια σώθηκαν, αλλά η Ολυμπία κάηκε…». Σε αυτήν τη φράση του πρώην αντιδημάρχου Αρχαίας Ολυμπίας, Νίκου Παπαβασιλείου, καταγράφεται με ακρίβεια ό,τι βλέπει ο επισκέπτης σε έναν από τους πιο σημαντικούς και δημοφιλείς αρχαιολογικούς χώρους της Ελλάδας, μετά την πυρκαγιά της 26ης Αυγούστου. Η διαδρομή της φωτιάς γίνεται φανερή από την είσοδο της πόλης. Επτά μέρες μετά, Σάββατο μεσημέρι, ο κεντρικός δρόμος του δήμου της Αρχαίας Ολυμπίας είναι σχεδόν έρημος. Ελάχιστα πούλμαν τον διασχίζουν, τα καταστήματα έχουν ελάχιστο κόσμο και δύο μαύρες σημαίες κρέμονται από τους φανοστάτες. «Στην αρχή είχε όλος ο δρόμος μαύρες σημαίες, αλλά την επόμενη μέρα ο δήμαρχος είπε να τις βγάλουμε. Εγώ, κι άλλος ένας παρακάτω, τους απαγορεύσαμε να την κατεβάσουν», λέει αγανακτισμένος ένας καταστηματάρχης.

«Α, ωραία, έρχεται κόσμος!»

Από το παλιό Μουσείο μέχρι την είσοδο του αρχαιολογικού χώρου το τοπίο είναι όπως το γνωρίζαμε. «Ευγένεια, ήσυχη περισυλλογή, γελαστή κοιλάδα ανάμεσα σε χαμηλά γαληνεμένα βουνά, προφυλαγμένη από τον άγριο βοριά, από τον ζεστό νοτιά, ανοιχτή μονάχα δυτικά, κατά τη θάλασσα, απ’ όπου χύνεται, ανεβαίνοντας το ρέμα του Αλφειού, ο μουσκεμένος πελαγίσιος αέρας», έγραφε ο Νίκος Καζαντζάκης («Ταξιδεύοντας. Το τοπίο της Ολυμπίας»). Μόνο η συχνότατη παρουσία των πυροσβεστικών οχημάτων περιμετρικά του χώρου παραπέμπει στη φωτιά.

«Α, ωραία, έρχεται κόσμος!» μονολογεί σχεδόν, στην είσοδο του αρχαιολογικού χώρου, η έφορος της Ζ΄ Εφορίας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, αρχαιολόγος Γεωργία Χατζή, βλέποντας μια ομάδα τουριστών. Ολοι -στο γκισέ των εισιτηρίων, στον αρχαιολογικό χώρο, στο Μουσείο- βεβαιώνουν ότι σιγά σιγά οι ξένοι επισκέπτες ξεπερνούν το πρώτο μούδιασμα και αρχίζουν να φτάνουν. Τους βλέπουμε και εμείς να κοιτάζουν, με έκπληξη, δέος και αμηχανία προς τον κατακαμένο Κρόνιο Λόφο. «Είναι απίστευτο», «Είναι τραγικό», σχολιάζουν. Εκεί συναντήσαμε και τη Γερμανίδα φωτογράφο Γιοχάνα Βέρμπερ, με μια κάμερα στο χέρι, συγκλονισμένη. Στον Κρόνιο Λόφο, το μαύρο φόντο και τα καμένα δέντρα αγκαλιάζουν πια τον αρχαιολογικό χώρο και τη μία πλευρά του Σταδίου. Από κει ο ορίζοντας είναι μόνο καμένος.

«Εφυγε το οξυγόνο»!

Καθισμένος σε ένα μάρμαρο, κάτω από μια κουτσουπιά, -το χαρακτηριστικό δέντρο της περιοχής, που δίνει ένα μοναδικό χρώμα την άνοιξη στον αρχαιολογικό χώρο-, ένας από τους φύλακες, ο κύριος Γιώργος, μοιάζει να προσπαθεί να καταλάβει τις μέρες που πέρασαν. «Οσες φωτιές έχουν περάσει από τα μέρη μας δεν φτάσανε στην Ολυμπία. Εμείς που είμαστε από χωριά καταλαβαίνουμε. Στη Μιράκα θα πάνε να διακονέψουν λάδι. Ούτε για το καντήλι δεν έμεινε. Μέτρα; Μέτρα υπήρχαν, αλλά δεν την προλαβαίνανε τη φωτιά. Από αλλού την περιμέναμε, από αλλού ήρθε. Από τον Πλάτανο έκανε έναν αέρα και την έφερε στην Ολυμπία. Να ‘ρθεις τον Γενάρη, να δεις αυτό το ποτάμι που λέγεται Αλφειός κι αυτός που λέγεται Κλαδέος. Θα ξαναγίνουμε μια λίμνη, όπως ήμασταν». Λίγο πριν φύγουμε, μονολογεί: «Εφυγε, βρε παιδάκι μου, το οξυγόνο. Τώρα φοβόμαστε τη βροχή…». Αφήνουμε τον αρχαιολογικό χώρο και κατευθυνόμαστε προς το Νέο Μουσείο. Εκεί το σοκ είναι ισχυρό. Η φωτιά σταμάτησε κυριολεκτικά στην είσοδο του κτιρίου. Μόνο κουφάρια έχουν απομείνει από τον περιβάλλοντα και τον προαύλιο χώρο. Η κοίτη του Κλαδέου κατάμαυρη, τα πρανή το ίδιο. Η φωτιά πέρασε από δω στον Κρόνιο Λόφο, κατέκαυσε τον χώρο της Ολυμπιακής Ακαδημίας, λιώνοντας μέχρι και τους γλόμπους φωτισμού και αφήνοντας μόνο τα κτίρια όρθια, και έφτασε μέχρι τις κοίτες του Αλφειού. Δίπλα στις όχθες του Κλαδέου και τη νέα πεζογέφυρα προς το Μουσείο, τα θαλλερά δέντρα του «cafe Κλαδέος», που κατάφεραν να σώσουν οι ιδιοκτήτες του καταβρέχοντας διαρκώς, υπογραμμίζουν έντονα ό,τι συνέβη λίγα μέτρα πιο πέρα. Και δημιουργούν ερωτήματα…

«Δεν θα ξεχάσω την ώρα…»

Την «ανάγκη ανάπλασης του χώρου και την αντιπλημμυρική προστασία» θεωρεί προτεραιότητες η έφορος Γεωργία Χατζή και επισημαίνει ότι δεν πρέπει να μπουν ξανά πεύκα στον Κρόνιο Λόφο, «αλλά χλωρίδα προσήκουσα στον χώρο, με τα φυτά που αναφέρει ο Παυσανίας». Ζει διαρκώς τις ώρες που πέρασε η Αρχαία Ολυμπία και το Μουσείο στις 26 Αυγούστου και δηλώνει: «Δεν θα ξεχάσω ποτέ την ώρα: Σάββατο απόγευμα στις 4.30 μ.μ. κλείσαμε το Μουσείο για το κοινό»! Οι άνθρωποι που ήταν εκεί κατάλαβαν ότι ο κίνδυνος έρχεται, 24 ώρες πριν φτάσει. Δεν ήταν επαρκής αυτός ο χρόνος για να ληφθούν μέτρα προστασίας, έστω και την τελευταία στιγμή;

«Κάηκε όλη η Ηλεία, γιατί φυλάγανε -λέει- την Ολυμπία», δηλώνει με φανερό θυμό ο πρώην αντιδήμαρχος της Αρχαίας Ολυμπίας, Νίκος Παπαβασιλείου, και καταλογίζει «πολιτική ανικανότητα και επιχειρηματική ανεπάρκεια. Δεν υπήρχε σχέδιο αναχαίτισης της φωτιάς. Το τελευταίο σημείο ανάσχεσης έπρεπε να είχε δημιουργηθεί στο ύψος της παράκαμψης προς Τρίπολη».