ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Φινάλε του Φεστιβάλ με τον Χόγκγουντ

Με χαμόγελο έφευγε κανείς στις 28 Ιουλίου, από την τελευταία μουσική βραδιά του Φεστιβάλ Αθηνών. Ο Κρίστοφερ Χόγκγουντ διηύθυνε την Καμεράτα – Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής σε ένα πρόγραμμα με έργα Μότσαρτ και Χάιντν. Σολίστ ήταν η υψίφωνος Πατρίτσια Τσόφι και η φλαουτίστρια Μαριλένα Δωρή.

Οπως και πέρσι στην Αίθουσα Φίλων της Μουσικής έτσι και φέτος ο Χόγκγουντ απέσπασε από την Καμεράτα τον καλύτερό της εαυτό: συνδύασε τον ήχο των σύγχρονων οργάνων με ιστορικά ενημερωμένες αναγνώσεις πετυχαίνοντας ένα ελκυστικό αποτέλεσμα. Τα έγχορδα, συντονισμένα, ερμήνευσαν τη μουσική με φράσεις κοφτές και σύντομες. Χάρη στις διαρκείς εναλλαγές ταχυτήτων και δυναμικής δεν «σέρνονταν», αλλά έμοιαζαν διαρκώς να κινούνται προς τα εμπρός με μεγάλη πλαστικότητα. Με τον τρόπο αυτό διαμορφώνονταν επίσης σαφείς ενότητες, σε διάλογο μεταξύ τους, ενώ οι εκτενείς μελωδίες αποκτούσαν εσωτερική ένταση.

Το πρόγραμμα ξεκίνησε με τη Συμφωνία αρ. 32 (Κ. 318) που έδωσε ξεκάθαρα το στίγμα της βραδιάς, έστω και αν τα κόρνα δεν βρήκαν αμέσως τον καλύτερο εαυτό τους. Στην Εισαγωγή από την όπερα «Ο βασιλιάς βοσκός» τα πράγματα ήταν ήδη πολύ καλύτερα ενώ εκτιμήθηκε ιδιαίτερα η συνεισφορά του πρώτου όμποε. Στη Συμφωνία αρ.94 του Χάιντν («Η έκπληξη» ή «Με το κτύπημα του τυμπάνου») το ύφος ήταν εμφανώς πιο ορμητικό, καθώς το έργο, γραμμένο δύο χρόνια μετά τη Γαλλική Επανάσταση, προαναγγέλλει τα πρώτα συμφωνικά έργα του Μπετόβεν.

Υποδειγματική ερμηνεία

Αέρινη, μουσικότατη, ευγενής ήταν η συμβολή της Μαριλένας Δωρή, που έπαιξε το δημοφιλέστατο Αντάντε για φλάουτο σε ντο μείζονα (Κ.315/285e). Η γραμμή της ήταν λιτή και απέπνεε τη δροσιά και τη γλυκύτητα της σύντομης αυτής μουσικής σελίδας.

Κορυφαίες στιγμές της βραδιάς ήταν οι τρεις συναυλιακές άριες του Μότσαρτ που ερμήνευσε η Πατρίτσια Τσόφι: «Εχετε πιστή καρδιά» (Κ.217), «Φτάνει νίκησες… Αχ, μη μ’ εγκαταλείπεις» (Κ.486a/295a) και «Αλκανδρε, τ’ ομολογώ» (Κ.294). Με το υπέροχα αισθησιακό ηχόχρωμα της εστιασμένης και ομοιογενούς φωνής της, με μία τεχνική που της επιτρέπει μεγάλη ακρίβεια και σιγουριά, κυρίως όμως με εξαιρετικό γούστο, η Τσόφι ερμήνευσε υποδειγματικά τις τρεις εκτενείς μουσικές σελίδες: με πάθος αλλά χωρίς «ρεαλιστικές» υπερβολές, ποικίλλοντας με καλαισθησία τις επαναλήψεις, χρωματίζοντας ή αποχρωματίζοντας τη φωνή της ανάλογα με το δραματικό βάρος κάθε περίστασης.

Επίσης, απέδειξε για ακόμα μία φορά ότι μία υγιής και καλά τοποθετημένη φωνή, ακόμα και αν δεν έχει όγκο που θα της επέτρεπε να τραγουδήσει Βάγκνερ, δεν έχει να φοβάται ανοικτούς χώρους όπως το Ηρώδειο. Κρίμα, που το πρόγραμμά της δεν ήταν περισσότερο γενναιόδωρο.