ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

«Ερμηνεύω έναν ήρωα που μου μοιάζει»

Ο«Μπεμπέλ» επιστρέφει. Ο Ζαν-Πολ Μπελμοντό, έπειτα από έξι χρόνια απουσίας από τα κινηματογραφικά πλατό λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας, θα πρωταγωνιστήσει σε μια νέα ταινία. Το επιβεβαίωσε το περιοδικό «Παρί – Ματς», που δημοσίευσε εκτενές ρεπορτάζ για την πρώτη μέρα των γυρισμάτων, καθώς και μια συνέντευξη του 74χρονου ηθοποιού. Στις φωτογραφίες εμφανίζεται χαμογελαστός, ηλιοκαμένος και γεμάτος σιγουριά – μόνο η δυσκολία κίνησης του δεξιού του χεριού προδίδει τη δοκιμασία που πέρασε: Το εγκεφαλικό που τον χτύπησε μια μέρα διακοπών, τον Αύγουστο του 2001, στο σπίτι της Λετίσια Κάστα στην Κορσική. Η δεξιά πλευρά του σώματός του είχε παραλύσει: «Πέρασα οκτώ μήνες χωρίς να μπορώ να μιλήσω και πέντε καθηλωμένος στο κρεβάτι, εγώ που πάντα ήμουν αεικίνητος», λέει.

Αγαπημένο αστέρι του διεθνούς κινηματογραφικού στερεώματος, πρωταγωνιστής σε πάνω από 70 ταινίες, ξεκινώντας από το «Με κομμένη την ανάσα» του Γκοντάρ, και με θητεία δεκαετιών στο θέατρο και στην τηλεόραση, ο Μπελμοντό θέλησε ίσως να κάνει μια καινούργια αρχή έπειτα από αυτήν τη δύσκολη εμπειρία. Και ενέδωσε τελικά στην επιμονή του σκηνοθέτη (και ηθοποιού) Φρανσίς Ιστέρ και του παραγωγού Ζαν-Λουί Λιβί. «Στο νοσοκομείο είδα παιδιά 20 ετών παράλυτα από ατυχήματα και είπα στον εαυτό μου ότι είμαι τυχερός», εξομολογήθηκε στους δημοσιογράφους. «Οταν άρχισα να συνέρχομαι, ορκίστηκα να αγωνιστώ για να δείξω ακόμα και σ’ αυτούς ότι μπορούν να κάνουν κάτι. Ξεκίνησα με μια προσπάθεια στο θέατρο και τώρα ήρθε τούτη η ταινία».

Βρήκε τον εαυτό του

Και δεν είναι μια οποιαδήποτε ταινία. Το φιλμ «Un homme et son chien» («Ενας άνθρωπος και ο σκύλος του») είναι ριμέικ του «Umberto D.» του αριστουργήματος που γύρισε ο Ντε Σίκα το 1952. Πρόκειται για την ιστορία ενός συνταξιούχου εγκαταλελειμμένου απ’ όλους εκτός από τον σκύλο του και μια υπηρέτρια, που στην γαλλική εκδοχή ενσαρκώνονται από τον ημίαιμο Κλαπ και από τη νέα ηθοποιό Λίζα Μασκέρ.

«Τον τελευταίο καιρό, μου έχουν έρθει πάρα πολλές προτάσεις, ταινίες δράσης όπου θα με πυροβολούσαν τουλάχιστον κάθε δέκα λεπτά. Απαντούσα πάντα όχι, δεν ήθελα να επιστρέψω στη δουλειά μόνο και μόνο για να δουλέψω», αφηγείται ο Μπελμοντό. «Και μια μέρα ήρθε ο Ζαν-Λουί Λιβί στο σπίτι – γνωριζόμαστε από χρόνια. Είδα σε dvd το φιλμ του Ντε Σίκα, ο οποίος πριν από πενήντα σχεδόν χρόνια με είχε σκηνοθετήσει στην «Ατιμασμένη», με τη Σοφία Λόρεν. Διάβασα και το σενάριο του Ιστέρ. Και ανακάλυψα ότι ο ήρωας αυτός ήμουν εγώ, είχαν δίκιο να επιμένουν. Βρήκα τον εαυτό μου στην ιστορία αυτού του ανθρώπου που έχει ζήσει πολύ, που φαίνεται να φθάνει στο τέλος της ζωής του, που αρπάζεται από τη σχέση του με τον σκύλο του, το μόνο πράγμα που του έχει μείνει. Για να βρει κατόπιν μια μικρή ελπίδα στην ύπαρξή του. Δέχτηκα με έναν μόνο όρο: να με φιλμάρουν έτσι όπως είμαι». Με το χέρι στον νάρθηκα, χωρίς αντικαταστάτες και κασκαντέρ, που ποτέ δεν τους ήθελε.

Τεστ επιστροφής

Εκείνη η πρώτη μέρα στο πλατό, στο παρισινό προάστιο του Βοκρεσόν, κάτω από τα γεμάτα αγάπη βλέμματα του συνεργείου και της γυναίκας του, της Νατί, (την παντρεύτηκε το 2002, έπειτα από 13 χρόνια «αρραβώνα», και αποκτήσανε το 2003 την Στέλλα, τέταρτο παιδί του ηθοποιού) ήταν στην πραγματικότητα μια δοκιμασία. Ενα τεστ για να διαπιστωθεί αν, ανεξάρτητα από το πόσο το θέλει, ο Μπελμοντό είναι πραγματικά σε θέση να παίξει. Ή μάλλον -καθώς ο Ιστέρ, ο Λιβί και ο ίδιος δεν είχαν αμφιβολίες- να αποδείξει στον δύσκολο κόσμο της παραγωγής ότι η ταινία μπορεί να πραγματοποιηθεί. Η χρηματοδότηση, παρ’ όλη την εγγύηση του Canal+ και το «ισχυρό ενδιαφέρον» της France Television, δεν ήταν εξασφαλισμένη – στην εποχή μας, πλέον, ακόμα και τα «ιερά τέρατα» δυσκολεύονται να βρουν πηγές χρηματοδότησης. «Ολα όμως πήγαν καλά», διαβεβαίωσε εκπρόσωπος της παραγωγής. «Εκείνα τα δοκιμαστικά γυρίσματα, η συνάντηση του Μπελμοντό με την Λίζα Μασκέρ, θα χρησιμοποιηθούν στο τελικό μοντάζ. Η δοκιμασία ξεπεράστηκε, θα βρούμε χρηματοδότηση για τις δώδεκα εβδομάδες γυρισμάτων».

«Ο Ζαν-Πολ επιστρέφει στα πλατό όπως ο Μπράντο στον «Νονό», είναι εκπληκτικός», είπε ο Φρανσίς Ιστέρ, που εδώ και 30 χρόνια ήθελε να κάνει αυτή την ταινία και είχε θέσει τον όρο «με τον Μπελμοντό ή με κανέναν». «Κατάφερε να μετατρέψει μια σωματική μειονεξία σε μέρος του παιχνιδιού, είναι φυσικός, αληθινός χωρίς τρυκ. Ο Μπελμοντό είναι γυμνός, ό,τι ακριβώς θέλω σ’ αυτό το φιλμ, γιατί στον ήρωα που ερμηνεύει δεν έχει απομείνει τίποτ’ άλλο εκτός από την αξιοπρέπεια».

Ο ίδιος ο Μπελμοντό, αφού είδε μαζί με τη γυναίκα του τις σκηνές που μόλις είχαν γυριστεί, περιορίστηκε να αποφανθεί με ένα λακωνικό «C’ est bien». Κατόπιν όμως πρόσθεσε: «Θα ριχτώ με όλες μου τις δυνάμεις σ’ αυτή την περιπέτεια, που την έχω τόσο στην καρδιά μου. Δεν πιστεύω ότι θα υπάρξει άλλη. Ομως, ποιος μπορεί να το πει;»

Μια ζωή πρωταγωνιστής

Η καριέρα του Ζαν-Πολ Μπελμοντό ξεκίνησε σε μια εποχή ακμής του γαλλικού κινηματογράφου, όταν η nouvelle vague έκανε βήματα θριάμβου στις ευρωπαϊκές οθόνες. Ο ρόλος που τον καθιέρωσε ήταν στο θρυλικό «Με κομμένη την ανάσα» του Ζαν-Λυκ Γκοντάρ, το 1960. Ηταν μια χρονιά-ορόσημο για τον ηθοποιό, καθώς εμφανίστηκε σε μια σειρά πολύ σημαντικών ρόλων σε φιλμ όπως το «Μοντεράτο Καντάμπιλε» του Πίτερ Μπρουκ, «Ο δρόμος των κακόφημων σπιτιών» του Μάουρο Μπολονίνι, με συμπρωταγωνίστρια την Κλαούντια Καρντινάλε, «Ατιμασμένη» του Ντε Σίκα, δίπλα στη Σοφία Λόρεν. Ακολούθησε μια πλειάδα ταινιών που εδραίωσαν τη φήμη του ως ενός από τους μεγαλύτερους σταρ του γαλλικού και παγκόσμιου κινηματογράφου – ανάμεσα στις πιο γνωστές «Ο τυχοδιώκτης του Ρίο» και «Καρτούς» του Φιλίπ ντε Μπροκά, «Ο τρελός Πιερό» και «Η γυναίκα θέλει έρωτα» του Γκοντάρ, «Μπορσαλίνο» του Ζακ Ντερέ, όπου συμπρωταγωνίστησε με τον Αλέν Ντελόν, «Σταβίσκι», του Αλέν Ρενέ.

Η τελευταία κινηματογραφική του εμφάνιση ήταν το 2000, στην ταινία «Amazone» του Φιλίπ ντε Μπροκά.