ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Αιρετική εκδοχή της «Ορέστειας»

Αισχύλος

Ορέστεια

Σκην.: Κάριν Νοϊχόιζερ

Θέατρο: Επιδαύρου

«Θα σας κάνω με τα κρεμμυδάκια!», απειλεί ελληνιστί ο -μαύρος με ξανθιά περούκα- γυναικωτός θεός Απόλλων τις Ερινύες, οι οποίες είναι μεσόκοποι άνδρες με γυναικεία ταγιέρ και συμμετέχουν σε ένα τηλεοπτικό talk show που συντονίζει η Πυθία. Ηταν οι «Ευμενίδες», το τρίτο μέρος της τριλογίας της Ορέστειας του Αισχύλου όπως παρουσιάστηκε στην Επίδαυρο από το Schauspielhaus της Φρανκφούρτης σε σκηνοθεσία της Κάριν Νοϊχόιζερ. Στο δεύτερο μέρος, οι Χοηφόρες εμφανίζονται σαν ρουτινιασμένες καθαρίστριες με κουβάδες, πλαστικά γάντια και σφουγγαρόπανα καθαρίζοντας την πισίνα όπου πριν λίγο η Κλυταιμνήστρα είχε σκοτώσει τον Αγαμέμνονα. Στο πρώτο, πάλι, μέρος μια καλά πειθαρχημένη ομάδα από 21 ομοιόμορφα ντυμένα παιδάκια, με στολές κάτι ανάμεσα σε Hitlerjugend και γερμανικής κομμουνιστικής νεολαίας της FDJ ήταν ο χορός.

Μεταμοντερνισμός; Προβοκάτσια; Βεβήλωση του ιερού χώρου της Επιδαύρου; Παρωδία; (το άκουσα κι αυτό). Τουλάχιστον για μένα ήταν όχι μόνο μία από τις πιο ενδιαφέρουσες παραστάσεις του φετινού καλοκαιριού, αλλά και μία από τις πλέον αξιόλογες μεταφορές αρχαίου δράματος σήμερα. Κι αυτό επειδή με τολμηρά ριζοσπαστικό, με ακραία ρηξικέλευθο τρόπο και -το κυριότερο- με γνώση και με καλαίσθητη σύγχρονη αισθητική, η σκηνοθέτις, Κάριν Νοϊχόιζερ κατόρθωσε να κάνει την «Ορέστεια» κατανοητή ακόμα και σε ανθρώπους που δεν θα είχαν καν υπ’ όψιν τους έναν Αισχύλο «που μας δείχνει το κεφάλι της Μέδουσας» (κατά Schlegel). Οι αντιστοιχίες με τον 21ο αιώνα ήταν βαρυσήμαντες – έστω κι έτσι τόσο σοκαριστικά παρουσιασμένες. Κι ας ήταν τόσο «μακριά από τη δική μας παράδοση». Γιατί έτσι λένε, όσοι ξεχνούν ότι αυτό που ονομάζαμε για δεκαετίες επί δεκαετιών «παράσταση αρχαίου δράματος» το είχαμε ενστερνιστεί και εισαγάγει από Γερμανούς θεατράνθρωπους των αρχών του περασμένου αιώνα.

Από Γερμανούς θεατράνθρωπους

Να γυρίσουμε λοιπόν καμιά εκατοσταριά χρόνια πίσω όταν ο γερμανοσπουδαγμένος θεατρικός κριτικός, συγγραφέας, μεταφραστής, και ο πρώτος σκηνοθέτης του Εθνικού Θεάτρου, Φώτος Πολίτης έγραφε («Νέα Ελλάς» 1915) για ένα Γερμανό μεταφραστή ο οποίος «… προσπαθεί να μεταμορφώσει την αρχαίαν τραγωδίαν, συμφώνως προς τας ανάγκας της σημερινής σκηνής. Και ζητεί τούτο διότι αισθάνεται ακριβώς το πνεύμα των αρχαίων, το αισθάνεται τόσον, ώστε έχει την δύναμιν ν’ αναζητήση το αντίστοιχον εις το σημερινόν δράμα. Και το αισθάνεται διότι δεν είναι επηρεασμένος από τόσας προλήψεις, όπως ημείς, διότι η ψυχή του είναι αγνή και ουχί βερνικωμένη εξωτερικώς από τον πολιτισμόν των σαλονιών ή από την αχώνευτον ανάγνωσιν ξένων βιβλίων, όπως η ιδική μας ψυχή…». Και ο Φ. Πολίτης συνεχίζει με αξιολογήσεις που ισχύουν πάντα. «Ενώ ημείς, ανίκανοι να ίδωμεν κατάματα την ζωήν, σεβόμεθα και θαυμάζομεν τους αρχαίους από σνομπισμόν και πατριωτισμόν κατά συνθήκην και φοβούμεθα όχι μόνον να τους μεταλλάξωμεν συμφώνως προς την ιδικήν μας ζωήν, αλλά και να τους ακούσωμεν παιζόμενους εις την φυσικήν μας γλώσσαν. Και τούτο, διότι ακριβώς μας λείπει η ζωή, διότι δ ε ν ζ ώ μ ε ν, ειμή ένα βίο άψυχον, μονότονον, επιπόλαιον». Θεώρησα σκόπιμο να μεταφέρω εδώ ένα τόσο εκτεταμένο απόσπασμα ενός «κλασικού» μας θεατρολόγου από το 1915, μια και ο Πολίτης ενδεχομένως να συνηγορούσε, κατά τα γραφόμενά του ακόμα και με μία τόσο αιρετική εκδοχή της «Ορέστειας» όπως αυτή της Κάριν Νοϊχόιζερ.

Δεν είναι όμως μόνο οι παλιότεροι στοχαστές που έγραφαν όπως ο Φώτος Πολίτης. Αναφερόμενος στο «ζήτημα: αρχαία ελληνική κληρονομιά (μήπως αρχαία σκουριά;)…» (ΒΗΜΑ 16 Ιουνίου 1996) ο ομότιμος καθηγητής της Κλασικής Φιλολογίας στο ΑΠΘ, και «γκουρού» της σύγχρονης σκέψης, ο Δ.Ν. Μαρωνίτης έγραφε: «Είναι εύκολη παραμόρφωση η εσκεμμένη και απόλυτη μυθοποίηση του αρχαίου κόσμου και λόγου, σάμπως να ήταν εξαρχής μέχρι τέλους, ένα μεταφυσικό και ανεπανάληπτο θαύμα, που εφεξής έμεινε παγκόσμιο είδωλο για προσκύνημα». Επικαλέστηκα τέτοιους συνηγόρους – σαν τον Φ. Πολίτη και τον Δ.Ν. Μαρωνίτη – για να θεμελιώσω και την προσωπική μου θετική κρίση για την γερμανική παράσταση αυτής της Ορέστειας από την Φρανκφούρτη. Πάντως, υπάρχει και μία άλλη εξαιρετική γερμανόφωνη «Ορέστεια» που παίζεται αυτή τη στιγμή στο Βερολίνο (στο Deutsches Theater, επόμενη παράσταση στις 25 Σεπτεμβρίου) σε σκηνοθεσία του Μίχαελ Ταλχάιμερ, για την οποία έχω γράψει πριν από κάποιους μήνες. Αν λοιπόν σας φέρει ο δρόμος σας…

Συνεχίζει να εμπνέει

Με την Ορέστεια έχουν καταπιαστεί μερικά ιδιαίτερα ηχηρά ονόματα: ο Καρλ Μαρξ, ο Ζίγκμουντ Φρόυντ, ο φιλόσοφος Χέγκελ. Κι ασφαλώς ο Φρίντριχ Νίτσε ο οποίος έκανε βέβαια ένα φρικτό λάθος υποστηρίζοντας ότι η τραγωδία εξέπνευσε απ’ τη στιγμή που ο άνθρωπος έπαψε να πιστεύει στο Θεό και στη μοίρα. Ομως, τούτη η συγκεκριμένη τριλογία που θεωρείται το όριο του δυτικού πολιτισμού, όχι μόνο ζει και βασιλεύει, αλλά έχει τη δύναμη να εμπνέει όλο και περισσότερο για σύγχρονους συσχετισμούς. Πριν από λίγα χρόνια, στο θεατρικό φεστιβάλ του Βερολίνου, μια αναστατωμένη Κασσάνδρα σκαρφάλωνε έξω από ένα βαρέλι πετρελαίου. Γύρω της μερικοί γραβατοφορεμένοι κύριοι φορούσαν μάσκες με τα πρόσωπα του Πρόεδρου Μπους, του Ντόναλντ Ράμσφελντ και του Πήτερ Στρουκ. Ηταν η Ορέστεια του Αντρέα Κρίγκενμπουργκ από το Κάμμερσπίλε του Μονάχου. Ο Πίτερ Χολ, πάλι, μας έδειξε την τριλογία με ηθοποιούς οι οποίοι φορούσαν μάσκες ως μία αρχαία ιεροτελεστία. Με τη σειρά του, ο Πίτερ Στάιν είχε βγάλει απ’ αυτή τα δικά του ιδεολογικά συμπεράσματα, ενώ η Αριάν Μνούσκιν έκανε εκείνη την αξέχαστη παράσταση που ήταν επικεντρωμένη στην τζαζ μουσική. Πριν από πέντε χρόνια, η Κέιτι Μίτσελ στο Εθνικό Θέατρο της Βρετανίας έντυσε τους ηθοποιούς της με σύγχρονα ρούχα και τους έβαλε να φιλοσοφούν πάνω στο καλό, στο κακό και στην ύπαρξη ή όχι του Θεού. Το περασμένο καλοκαίρι στην Επίδαυρο είδαμε στις καλοσκηνοθετημένες Ευμενίδες και το Τηλεδικείο. Ε και; Ηταν μια καλή, πολύ καλή, παράσταση.