ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Οψεις

Δεν υπάρχουν πολλοί διανοητές που να συνδυάζουν επιτυχώς τον ακαδημαϊκό στοχασμό με την πολιτική, ωστόσο ένας από εκείνους που το έχει καταφέρει και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού είναι ο Ρόμπερτ Πάτμαν, συγγραφέας του βιβλίου «Bowling Alone». Είναι ο άνθρωπος που εκλαΐκευσε την ιδέα του «κοινωνικού κεφαλαίου» -τα δίκτυα φιλίας, γειτονιάς και τοπικών οργανώσεων που δημιουργούν κλίμα εμπιστοσύνης μεταξύ των κατοίκων μιας περιοχής- και κέρδισε την προσοχή πολιτικών διαφόρων ρευμάτων: Μπιλ Κλίντον, Τόνι Μπλερ, Τζορτζ Μπους, Γκόρντον Μπράουν, ακόμη και του Λίβυου ηγέτη Μουαμάρ Καντάφι.

Εχοντας επίγνωση ότι χρησιμοποιείται πολιτικά η δουλειά του, ο Πάτμαν δικαιολογημένα είναι τώρα ανήσυχος για το πώς θα παρουσιαστούν τα πρώτα ευρήματα από τη μεγαλύτερη έρευνα που έχει γίνει πάνω στο κοινωνικό κεφάλαιο, η οποία τον απασχόλησε πάνω από πέντε χρόνια. Ξεκίνησε θέλοντας να ανιχνεύσει το κοινωνικό κεφάλαιο σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους και σε διαφορετικές κοινότητες στις ΗΠΑ. Εκείνο που δεν περίμενε να βρει ήταν μια αρνητική σχέση ανάμεσα στην εθνοτική ποικιλότητα και το κοινωνικό κεφάλαιο. Με πολύ απλά λόγια, όσο μεγαλύτερη ποικιλία εθνικής καταγωγής συναντάμε στους κατοίκους μιας γειτονιάς, τόσο μικρότερη πιθανότητα υπάρχει να εμπιστεύεσαι τον μαγαζάτορα της γειτονιάς σου, σε όποια εθνότητα και αν ανήκει. Προειδοποιεί ότι, όσο άβολο κι αν είναι αυτό το συμπέρασμα, «οι προοδευτικοί δεν μπορούν να κρύβουν το κεφάλι τους στην άμμο».

Ωστόσο, η πιο ανησυχητική αιχμή αυτής της έρευνας είναι ότι η ποικιλότητα δεν μειώνει το κοινωνικό κεφάλαιο μόνο ανάμεσα στις διαφορετικές εθνότητες, αλλά και μέσα στους κόλπους των επιμέρους εθνοτικών ομάδων. Η ποικιλότητα οδηγεί όχι τόσο σε κακές φυλετικές σχέσεις, όσο στο να ζουν όλοι πιο απομονωμένοι και με λιγότερη αμοιβαία εμπιστοσύνη. Στην επιστημονική διάλεκτο, αποδυναμώνει τόσο το «κεφάλαιο γεφύρωσης» ανάμεσα στις διαφορετικές ομάδες όσο και το «κεφάλαιο σύνδεσης», που είναι οι σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους κοινής καταγωγής. Ο Πάτμαν το αποκαλεί αυτό «κατάτμηση», καθώς οι άνθρωποι αποσύρονται από οποιαδήποτε σύνδεση μέσα στην κοινότητά τους. Ακολουθούν μια σειρά αρνητικές συνέπειες – λιγότερη εμπιστοσύνη στις τοπικές αρχές, χαμηλότερη προσέλευση στις εκλογικές κάλπες (αν και υψηλότερη συμμετοχή σε εκδηλώσεις διαμαρτυρίας), λιγότεροι στενοί φίλοι, χαμηλότεροι δείκτες όσον αφορά την ικανοποίηση από την ποιότητα ζωής και περισσότερος χρόνος μπροστά στην τηλεόραση. Επηρεάζει όλες τις πλευρές της ζωής μας, από τις πιο δημόσιες μέχρι τις πιο ιδιωτικές.

Ο Ρόμπερτ Πάτμαν φρόντισε να προβλέψει τις συνήθεις αντιρρήσεις. Για να φτάσει στο συμπέρασμα αυτό έχει θέσει υπό έλεγχο την επιρροή μιας σειράς άλλων παραγόντων, ανάμεσά τους την ανισότητα, τη φτώχεια, την κινητικότητα διαμονής και τη μόρφωση, για να είναι σίγουρος ότι η «κατάτμηση» είναι πραγματικά αποτέλεσμα της εθνοτικής ποικιλότητας. Δεν θα δημοσίευε αυτό το είδος εκρηκτικών αποτελεσμάτων αν δεν ήταν σίγουρος για την ακρίβειά τους.

Εκείνο που τον ανησυχεί τώρα είναι μήπως τα συμπεράσματα της έρευνας τα εκμεταλλευτούν δεξιοί πολιτικοί που είναι εχθρικοί προς τη μετανάστευση. Γι’ αυτό επιμένει ότι την έρευνα πρέπει να την δει κανείς έχοντας κατά νου τα εξής: (α) ότι η εθνοτική ποικιλία αυξάνεται σε όλες τις σύγχρονες κοινωνίες και ότι δεν είναι μόνο αναπόφευκτη αλλά και επιθυμητή· και (β) ότι η «κατάτμηση» μπορεί να είναι βραχυπρόθεσμη και «οι επιτυχημένες κοινωνίες με μεγάλο ποσοστό μεταναστών δημιουργούν νέες μορφές κοινωνικής αλληλεγγύης».

Στη συζήτηση μαζί του, δίνει έμφαση στο δεύτερο στοιχείο -της κοινωνικής αλληλεγγύης- έχοντας επίγνωση ότι δημοσίευσε τα συμπεράσματά του σε περίοδο μεγάλης έντασης όσον αφορά αυτά τα ζητήματα, τόσο στις ΗΠΑ (όπου η πρόταση νόμου για τη νομιμοποίηση μερικών από τα 12 εκατομμύρια παράνομους μετανάστες απορρίφθηκε από το Κογκρέσο) όσο και στην Ευρώπη. Δεν υποτιμά το μέγεθος της πρόκλησης, ιδίως στις ευρωπαϊκές χώρες οι οποίες «δεν υπήρξαν κοινωνίες μεταναστών επί μια χιλιετία». Λέει ότι «η διαδικασία κοινωνικής μάθησης» που απαιτείται είναι του ίδιου βεληνεκούς με αυτήν που απαιτήθηκε από τη βιομηχανική επανάσταση. Η συμβουλή του πάντως είναι «μην πανικοβάλλεστε». Ανατρέχει στην ιστορία των ΗΠΑ για να προσφέρει όλων των ειδών τα παραδείγματα για το πώς η μεγάλης κλίμακας μετανάστευση μπορεί να διευθετηθεί με επιτυχία, με στόχο να ελαφρώσει κάπως το άγχος των Ευρωπαίων, ιδίως όσον αφορά τις μουσουλμανικές μειονότητες.

Ούτε οι ΗΠΑ ούτε η Ευρώπη αντιμετωπίζουν σήμερα το επίπεδο μετανάστευσης που βίωσαν οι ΗΠΑ στις αρχές του 20ού αιώνα. Στο επιχείρημα ότι οι καραβιές των μεταναστών που έφταναν στο Ελις Αϊλαντ ήταν όλοι Ευρωπαίοι και επομένως είχαν κάποια κοινή κουλτούρα, ο Πάτμαν επισημαίνει ότι την εποχή εκείνη γράφονταν πλήθος κινδυνολογικά άρθρα για το πόσο ριζικά διαφερετικές ήταν οι ομάδες Εβραίων ή Ιταλών μεταναστών. Στις ΗΠΑ ήταν πάντα διαδεδομένη η νοοτροπία ότι «η παλιά μετανάστευση είναι εντάξει, αλλά οι σημερινοί μετανάστες είναι πρόβλημα» – κι όμως κάθε καινούργιο κύμα απορροφάται εξίσου επιτυχημένα με το προηγούμενο.

Η ιστορία των ΗΠΑ δείχνει ότι όλες οι ομάδες μεταναστών αναπτύσσουν έντονη θρησκευτικότητα -Ιρλανδοί, Ιταλοί, Εβραίοι, ισπανόφωνοι. Η ενισχυόμενη θρησκευτικότητα των μουσουλμάνων στην Ευρώπη ανταποκρίνεται σε ένα εδραιωμένο πρότυπο. Το ίδιο και οι τάσεις να παντρεύονται ομοθρήσκους και ομοεθνείς τους και να διατηρούν στενούς δεσμούς με τη χώρα καταγωγής – τίποτα απ’ όλα αυτά δεν εμποδίζει την ενσωμάτωση μακροπρόθεσμα. Θα έλεγε κανείς ότι η διατήρηση ισχυρής μεταναστευτικής ταυτότητας αποτελεί μέρος της διαδικασίας εγκατάστασης για τις πρώτες δύο γενιές – διαδικασία πολύ σημαντική, παραδόξως, για την ικανότητά τους να ενσωματωθούν. Η ισχυρή πολιτιστική ταυτότητα προσφέρει στους μετανάστες αυτοπεποίθηση και αυτοσεβασμό ώστε να σταθούν στα πόδια τους και να προχωρήσουν.

Το πρόβλημα όσον αφορά την ενσωμάτωση είναι ότι η συζήτηση συχνά στρέφεται αποκλειστικά στο πώς θα «τους» αφομοιώσουμε, πώς θα τους επιβάλλουμε τα δικά μας πολιτιστικά πρότυπα. Οταν αυτό συνδυάζεται με μια επιθετική ρητορική περί πολέμου κατά της τρομοκρατίας, αρχίζει να ακούγεται σαν καταπίεση και καταδίωξη. Ο Ρόμπερτ Πάτμαν, όμως, μιλάει για μια πολύ ευρύτερη κοινωνική διαδικασία στην οποία η φιλοξενούσα χώρα αλλάζει στο βαθμό που αλλάζουν οι μετανάστες της: η νέα αλληλεγγύη σφυρηλατείται μέσα από συλλογική, πολύπλευρη προσπάθεια όπου επιστρατεύεται η φαντασία και μυριάδες επιμέρους εμπειρίες. Είναι ένα μήνυμα ελπίδας που δεν πρέπει να ταφεί κάτω από εντυπωσιοθηρικές κραυγές για το βραχυπρόθεσμο κοινωνικό κόστος της μετανάστευσης.