ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Διακρινοντας

Αλλο ένα καλό αστυνομικό μυθιστόρημα: «Η χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα» του Δημήτρη Μαμαλούκα (Καστανιώτης, σελ. 306). Η υπόθεσή εκτυλίσσεται στη Ρώμη σε ένα πολυεθνικό περιβάλλον που αποτελείται από ντόπιους Ιταλούς -εισαγγελείς, αστυνομικούς, νοικοκυρές, χαφιέδες- από Ελληνες διπλωματικούς, από Σέρβους μετανάστες. Κι η ιστορία του στηρίζεται πάνω σε δύο πυλώνες: το κακό που καραδοκεί σε κάθε γωνιά της αιωνίας πόλης, και το ανεξέλεγκτο συλλεκτικό πάθος που καταλαμβάνει αρκετές από τις πρωταγωνιστικές φιγούρες. Το πρώτο λαμβάνει τη μορφή της σεξουαλικής διαστροφής και του φόνου, μαζί με την εκδικητική τιμωρία που ακολουθεί. Και το δεύτερο αφορά το παλαιό βιβλίο, αφορμή που φέρνει στο προσκήνιο τον παθιασμένο Ελληνα βιβλιόφιλο του 19ου αιώνα Δημήτριο Μόστρα και την πολύτιμη συλλογή του με δυσεύρετους κώδικες και σπάνια χειρόγραφα, η οποία έχει δυστυχώς, όπως μας βεβαιώνει η σύγχρονη φιλολογική έρευνα, οριστικά χαθεί.

Συγγραφέας των αστυνομικών μυθιστορημάτων « Ο μεγάλος θάνατος του Βοτανικού» (2003) και «Η απαγωγή του εκδότη» (2005), ο Δημήτρης Μαμαλούκας γεννήθηκε το 1968 και είναι πτυχιούχος Φιλοσοφίας ιταλικού πανεπιστημίου. «Η χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα» αποτελεί ένα αξιανάγνωστο αστυνομικό μυθιστόρημα μέσα στην πολύ καλή παράδοση που έχει δημιουργηθεί την τελευταία δεκαπενταετία στην Ελλάδα. Βορειοευρωπαϊκοί βροχεροί δρόμοι, επιβλητικά ιταλικά παλάτσο, ιδιόρρυθμες ανθρώπινες φιγούρες σφραγισμένες από αβυσσαλέα πάθη συνθέτουν μιαν υποβλητική ατμόσφαιρα. Κάτω από τον ρωμαϊκό ουρανό διασταυρώνεται εξάλλου η σύγχρονη πολυπολιτισμική πραγματικότητα που γεννήθηκε μετά το 1989, με την αμέσως προγενέστερη, σχεδόν μυθολογική πια εποχή, της βέσπας και των Renault 4L, των «Ερυθρών Ταξιαρχιών» και των απρόβλεπτων αστυνομικών εισβολών. Ο συγγραφέας χειρίζεται έντεχνα όλα τα μυθιστορηματικά συστατικά, τα πολλαπλά νήματα της υπόθεσης, την εκδίπλωση του μυστηρίου, τον ρυθμό της αφήγησης. Και επιπλέον, το τέλος αποκαλύπτει ένα υψηλότατης τεχνικής επίτευγμα που σχετίζεται με τον χαρακτήρα και τις σχέσεις του κεντρικού ήρωα -και που θα ήταν πολύ άχαρο να το μαρτυρήσω. Το μυστικό αυτό σε εξαναγκάζει πάντως να ξανασκεφτείς ολόκληρη την ιστορία που διάβασες υπό μια νέα οπτική, προσφέροντας στο μυθιστόρημα μεγαλύτερη ενότητα, πολλαπλασιαστική πυκνότητα και σημαντικότερο ειδικό βάρος.

Συνιστά ερώτημα για συζήτηση: πού οφείλεται η αξιοπαρατήρητη άνθηση του αστυνομικού μυθιστορήματος, η οποία σημειώνεται διεθνώς; Και ακόμα πώς επιτυγχάνονται οι τόσο καλές, όχι μόνον ξένες αλλά και ελληνικές επιδόσεις; Ως είδος το μυθιστόρημα είναι πολυσυλλεκτικό, ολιστικό θα έλεγε κανείς, καθώς τα πάντα χωρούν κάτω από τη σκέπη του. Ως υποκατηγορία, ως genre με εξαιρετικά ευέλικτους πλην όμως ειδικότερους κανόνες, το αστυνομικό μοιάζει να προσφέρει στους συγγραφείς του ένα σταθερότερο έδαφος, μια σκαλωσιά, ένα δίχτυ ασφαλείας στο οποίο μπορούν να υπολογίζουν. Είναι ας πούμε το γεγονός ότι η ιστορία τους έχει συνήθως να κάνει με μια συγκεριμένη κατηγορία ανθρώπων που οδηγείται στην παραβατικότητα και εκείνη που, θεωρητικώς τουλάχιστον, καλείται να έρθει αντιμέτωπη με την παρανομία και οριακώς, να την εξαλείψει. Είναι η ύπαρξη κάποιου μυστηρίου που ζητεί τη λύση του. Είναι η δράση που απαιτείται προκειμένου να επιτευχθούν οι παραπάνω στόχοι. Ηδη, έχουμε να κάνουμε με ένα σύμπαν πολύ πιο απτό από το απροσμέτρητο άπειρον το οποίο συνιστά την ίδια την πραγματικότητα. Στη δεύτερη περίπτωση, ο συγγραφέας βρίσκεται μόνος του, ενώπιος ενωπίω με τον απέραντο κόσμο (και τον απροσδιόριστο εαυτό του). Στην πρώτη αντιθέτως περίπτωση, ξεκινά από ορισμένα χειροπιαστά δεδομένα -κατ’ αρχάς από το γεγονός ότι η ιστορία του βρίσκεται συνήθως τοποθετημένη στο κέντρο ενός ρεαλιστικά απεικονίσημου σύμπαντος- εξού και ο στενότατος δεσμός που έχει στις μέρες μας σφυρηλατηθεί ανάμεσα στο αστυνομικό και στο κοινωνικό μυθιστόρημα. Κι επειτα, τα χνάρια που τόσο δύσκολα αλλά αναπόφευκτα, οδηγούν τον αναγνώστη σε κάποια λύση (έστω κι αν αυτή συνίσταται στην απουσία μιας οριστικής απάντησης) αποτελεί ένα μίτο που διευκολύνει τον μυθιστοριογράφο αστυνομικών ιστοριών. Η πλαστική δημιουργική φαντασία που στο καθολικό μυθιστόρημα οφείλει να ξεκινήσει από το μηδέν, στο αστυνομικό μυθιστόρημα αντικαθίσταται από τη φαντασία εκείνη για την οποία οι αρχές βάσει των οποίων λειτουργεί ο κόσμος είναι λίγο πολύ δεδομένες. Και μόνον στους πολύ μεγάλους κλασικούς παρακολουθούμε περιπτώσεις, οι οποίες χρησιμοποιούν τους κανόνες τους αστυνομικού είδους προκειμένου να τους ανατρέψουν – βλέπε λόγου χάρη τον Μπόρχες και το συγκλονιστικό του διήγημα «Ο θάνατος και η πυξίδα».