ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Διακρινοντας

Η τυχαία ανακάλυψη της Αφροδίτης της Μήλου τον Απρίλιο του 1820 στο κυκλαδικό νησί και η δαιδαλώδης πορεία της πριν εισέλθει ως ανεπανάληπτο αρχαιοελληνικό αριστούργημα στο Μουσείο του Λούβρου, έντεκα μήνες αργότερα, είναι το θέμα στο μυθιστόρημα «Το αριστερό χέρι της Αφροδίτης» (Ωκεανίδα, σελ. 240). Ο πεζογράφος Τάκης Θεοδωρόπουλος συνεχίζει τις μυθοπλαστικές του αναζητήσεις διερευνώντας τους ποικίλους τρόπους με τους οποίους αντιλαμβανόμαστε τις συζεύξεις που υφίστανται ανάμεσα στην αρχαιότητα, τον 19ο αιώνα και το παρόν, ανάμεσα στην Ελλάδα, την ευρωπαϊκή Δύση και την Οθωμανική αυτοκρατορία. Ομολογώ ότι οι πρώτες σελίδες του βιβλίου μού προκάλεσαν μια έντονη αίσθηση dj‡ vu καθώς στο «Αριστερό χέρι της Αφροδίτης» ο συγγραφέας χρησιμοποιεί την τεχνική που με λαμπρό τρόπο είχε αναπτύξει στο προηγούμενο έργο του «Το μυθιστόρημα του Ξενοφώντα» (2004). Καταφεύγοντας σε μαρτυρίες, αρχαιολογικά ευρήματα, γραπτά ντοκουμέντα, αναπλάθει την περίοδο που τον ενδιαφέρει εμφανίζοντας ταυτόχρονα τόσο τις πηγές όσο και τους δρόμους που φαίνεται να ακολουθούν η σκέψη και η φαντασία του προτού καταλήξουν στις σελίδες των γραπτών του. Η δυσφορία, ωστόσο, αυτή γρήγορα εξανεμίζεται καθώς το αγωνιώδες ερώτημα του «τι θα γίνει παρακάτω;» κερδίζει το πάνω χέρι. Ή, για να το πούμε διαφορετικά: Τι ακριβώς συνέβη, ποιες δυνάμεις λειτούργησαν, πώς έδρασαν οι πρωταγωνιστές οδηγώντας το άγαλμα στο παρισινό βάθρο του και όχι στα υπόγεια κάποιου κωνσταντινουπολίτικου παλατιού ή στο αμάγαλμα των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν για τις οικοδομές των σπιτιών της Μήλου;

Με γοργό, γλαφυρό τόνο, ο Θεοδωρόπουλος εξιστορεί τις στάσεις των πρωταγωνιστών: του Ελληνα χωρικού Γιώργου Κεντρώτα και του παραγιού του Ανδρέα Καλοκαιρινού, των προεστών της Μήλου και του Γάλλου προξένου στο νησί, του μεταγενέστερου συνταγματάρχη που πολέμησε στο πλευρό των εξεγερμένων Ελλήνων Ολιβιέ Βουτιέ, του ανθυποπλοίαρχου και μετέπειτα διάσημου εξερευνητή του Νότιου Πόλου Ντυμόν ντ’ Υρβίλ, του γραμματέα της Γαλλικής Πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη και αργότερα γραμματέα του Σατομπριάν κόμη ντε Μαρσελύς, του αλαφροΐσκιωτου φιλικού Δημοσθένη Σοφοκλέους, του αδίστακτου πρώην μοναχού Δημήτριου Οικονόμου, του ιδιοφυούς συλλέκτη αρχαιοτήτων Μεγάλου Δραγουμάνου του Οθωμανικού Στόλου Νικολάκη Μουρούζη. Κρυμμένες προθέσεις, προσωπικές φιλοδοξίες, αμετακίνητες εμμονές, βαθιές αδυναμίες, πολιτικές ιδεολογίες, αναπόδραστες συγκυρίες διαμορφώνουν μαζί με το πανίσχυρο πνεύμα εποχής ένα ηλεκτρισμένο πεδίο το οποίο προσδιορίζει αποφασιστικά την προσωπική πορεία και την υστεροφημία των πρωταγωνιστών, όπως και την αξιοζήλευτη μοίρα του αρχαιοελληνικού έργου.

Η αρχαία Ελλάδα, κι ακόμα ειδικότερα η σημασία του αρχαιοελληνικού παρελθόντος στη σύγχρονη νεοελληνική ιδεολογία, αποτελούν σταθερή πηγή από την οποία αντλεί ο Τάκης Θεοδωρόπουλος. Μέσα από την ανάπλαση ενός έκκεντρου επεισοδίου των παραμονών της εθνικής Επανάστασης, «Το αριστερό χέρι της Αφροδίτης» επεκτείνει την προβληματική του συγγραφέα της πάνω στον τρόπο με τον οποίο η οπτική του ευρωπαϊκού νεοκλασικισμού επηρέασε τον πολιτισμό μας. Ενα ερεθιστικό, ωστόσο, ερώτημα θέτει η μορφή του έργου: Γιατί η μυθιστορηματική τεχνική των αλλεπάλληλων ερωτημάτων, των πολλαπλών εικασιών και των διαρκώς αλληλοαναιρούμενων εκδοχών, η οποία στο προηγούμενο έργο γοήτευσε, εμφανίζει τόσο μικρή αντοχή σε μια δεύτερη χρήση; Γιατί το ανάγνωσμα εξαρτάται σε τέτοιο βαθμό από το σασπένς της υπόθεσης και από τη ζωηρή διαγραφή ορισμένων χαρακτήρων (τα οποία ο συγγραφέας χειρίζεται με αναμφίβολη επιδεξιότητα) προκειμένου να μην προσκρούσει το μυθιστόρημα στο σκόπελο των ύπουλων κλισέ; Δεν μπορώ να εκφράσω παρά μία εικασία: Το ουσιώδες που μέσα από τις παιγνιώδεις προσφυγές στις γραπτές πηγές έγινε αντιληπτό στο «Μυθιστόρημα του Ξενοφώντα» -το ότι, εντελώς σχηματικά, την πραγματικότητα δεν την αντιλαμβανόμαστε απ’ ευθείας αλλά με τη βοήθεια πολλαπλών ιδεολογικών, πολιτισμικών, γλωσσικών και άλλων κωδίκων- εξαντλήθηκε ως θέμα. Ετσι, η αποκαλυπτική οπτική απουσιάζει από «Το αριστερό χέρι της Αφροδίτης» για να απομείνει η επιβάρυνση του κειμένου με το μυθοπλαστικά «ακατάλληλο» στοιχείο της λογιοσύνης της. Πώς, όμως, γίνεται και άλλοι δημιουργοί είναι σε θέση να χρησιμοποιούν επανειλημμένως ανάλογη τεχνική μετατρέποντάς την σε σήμα κατατεθέν του έργου και του κόσμου τους; Γιατί λόγου χάρη (αφού προς στιγμήν ξεχάσουμε τον βολικό χαρακτηρισμό του κλασικού) η διαρκής προσφυγή του Μπόρχες σε λόγιες πηγές δεν εξαντλείται; Μάλλον, γιατί το μυθιστόρημα ή το διήγημα ιδεών δεν έχει τόση αξία για τις ιδέες του καθεαυτές αλλά για τη συνολική εντύπωση που μας δίνει για το πώς είναι και πώς λειτουργεί ο κόσμος. Και ο Μπόρχες, με παραλλαγές πάνω σε κάποια μοτίβα, πετυχαίνει να ανανεώνει διαρκώς αυτή την εικόνα. Μήπως, όμως, ζητώντας από «Το αριστερό χέρι της Αφροδίτης» περισσότερα, μεμψιμοιρώ; Διότι, έτσι ή αλλιώς, το μυθιστόρημα αποτελεί ένα αδιαμφισβήτητα συναρπαστικό αρχαιολογικό και ιδεολογικό θρίλερ.