ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Γυναίκα, πάντα μοντέρνα, πάντα κλασική

Προτού καλά καλά μάθω να διαβάζω, ξεφύλλιζα τη «Γυναίκα». Σε ηλικία έξι ετών, όταν το μπόι μου έφτανε μέχρι τα χαμηλά ράφια της βιβλιοθήκης, τραβούσα με κόπο τους δερματόδετους τόμους με δεκάδες παλαιότερα τεύχη του περιοδικού, που η μητέρα μου – φανατική αναγνώστρια- είχε βιβλιοδετήσει. Πλάι στις εγκυκλοπαίδειες, τα άπαντα του Κωστή Παλαμά, τη Μεγάλη Μυθολογία, ήταν η θέση της «Γυναίκας». Περίοπτη, εύκολα προσβάσιμη, όπως σε κάθε σπίτι «καλής σειράς», η έκδοση του Ευάγγελου Τερζόπουλου είχε την αντιμετώπιση που της άξιξε: ένα περιοδικό που δεν κατέληγε στα σκουπίδια μετά την ανάγνωση αλλά περίμενε -με την μορφή κομψών τόμων- την επόμενη γενιά.

Δεν ήταν τυχαίος ο σεβασμός που απέπνεε το έντυπο. Η «Γυναίκα» κράτησε τρυφερά και καθοδηγητικά το χέρι της Ελληνίδας από τα πρώτα σκιρτήματα της προσωπικής και επαγγελματικής χειραφέτησής της την δεκαετία του 1950. Τη συντρόφευσε μέχρι την πλήρη ανεξαρτητοποίησή της, όχι μόνο με θέματα μόδας και ομορφιάς, αλλά με άρθρα έγκριτης δημοσιογραφίας για τον επαγγελματικό στίβο, τις σχέσεις, την παιδεία, το περιβάλλον, την υγεία και την πολιτική. Είχε μια «δύναμη εκπολιτιστική», όπως είχε πει η Ελένη Βλάχου στο συγχαρητήριο σημείωμά της για τις τρεις δεκαετίες του περιοδικού. Σήμερα, 58 έτη μετά τη γέννησή της, η «Γυναίκα» εισέρχεται στην οικογένεια των εντύπων της «Καθημερινής». Με την ελπίδα ότι θα σταθεί στις σύγχρονες γυναίκες με την ίδια ποιότητα, την ίδια αρχοντιά.

Σχολή δημοσιογραφίας

Η προσφορά του περιοδικού δεν περιορίστηκε στις αναγνώστριες. Για περισσότερο από μισόν αιώνα ήταν μια ζωντανή σχολή δημοσιογραφίας, τυπογραφίας, εικονογραφικής διαχείρισης, layout. Πνευματική κυψέλη, καθώς είχαν συνεργαστεί κατά καιρούς προσωπικότητες, όπως ο Κώστας Βάρναλης, ο Αγγελος Τερζάκης, ο Σπύρος Μελάς, η Ελλη Παππά, η Αγγελική Χατζημιχάλη, ο ζωγράφος Αλέκος Κοντόπουλος, η Λιλή Ζωγράφου. Τους διαδέχθηκαν μερικές από τις καλύτερες πένες του ελληνικού Τύπου όπως ο Φρέντυ Γερμανός, η Μαλβίνα Κάραλη, ο Γιάννης Μπακογιαννόπουλος, η Ολγα Μπακομάρου, η Ολγα Μπατή, ο Στάθης Δρομάζος. Δεκάδες αξιόλογα στελέχη που εμπλούτισαν το ανθρώπινο δυναμικό των ελληνικών περιοδικών ξεπήδησαν από το φυτώριο της «Γυναίκας».

Το έντυπο ήταν πρωτοπόρο στα ρεπορτάζ μόδας και τις φωτογραφήσεις από εξαιρετικούς επαγγελματίες, τα ταξιδιωτικά και τα περιβαλλοντικά ρεπορτάζ. Πρωθυπουργοί και αρχηγοί κομμάτων δεν δίσταζαν να δίνουν συνεντεύξεις και να «βγάζουν» ειδήσεις. Στις σελίδες του -όλες αυτές τις δεκαετίες- ηθοποιοί, καλλιτέχνες, συγγραφείς, οι πιο πολύτιμες μονάδες της πνευματικής μας ζωής, έδωσαν τις καλύτερες συνεντεύξεις τους. Ηταν το περιοδικό που έπλασε τις Ελληνίδες αλλά και τον Τύπο.

Ο άνδρας πίσω από τη «Γυναίκα»

Σε αντίθεση με το διάσημο ρητό, πίσω από την τεράστια επιτυχία της «Γυναίκας», κρύβεται ένας άνδρας. Ο Ευάγγελος Τερζόπουλος συνέλαβε την ιδέα της δημιουργίας του πρώτου γυναικείου περιοδικού στο τέλος της δεκαετίας του ’40. Ενα βράδυ που περίμενε έναν αργοπορημένο φίλο του για να πάνε στον κινηματογράφο, χάζευε τα ξένα γυναικεία περιοδικά στο περίπτερο. Τότε συνειδητοποίησε ότι δεν υπήρχε τίποτα αντίστοιχο στην ελληνική αγορά. Αποφάσισε να δημιουργήσει ένα έντυπο που να απευθύνεται σε αποκλειστικά γυναικείο κοινό.

Παρά την αρχική δυσπιστία από τα πρακτορεία του Τύπου, το παρθενικό τεύχος της «Γυναίκας» κυκλοφόρησε την 1η Φεβρουαρίου του 1950. Στο εξώφυλλο μια σικ κυρία με μαύρο καπέλο και δύο σειρές πέρλες στο λαιμό. Οι θερμότερες πρώτες συστάσεις. Στη σελίδα 4, ένα μίνι μανιφέστο: «Ενα περιοδικό για τη μεγάλη μάζα των Ελληνίδων, για τις γυναίκες που ξοδεύουν το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου τους στο σπίτι και μοχθούν για την οικογένεια και το νοικοκυριό, για τις γυναίκες που εργάζονται, τα κορίτσια που τώρα μπαίνουν στη ζωή. Να τις καθοδηγεί και να τις συμβουλεύει σε όλα τα ζητήματά τους».

Ιδού αυτό που θα λέγαμε σήμερα target group, ιδού και ο στόχος: όχι μόνο να ψυχαγωγεί τις εκπροσώπους του ασθενούς φύλου αλλά να τις βοηθήσει να ανεβούν τα σκαλοπάτια της εργασίας, της εκπαίδευσης, της κοινωνίας. Ενα είδος διά βίου μόρφωσης για τις γυναίκες που είχαν μόλις αρχίσει να στέκονται στα πόδια τους. «Καταλαβαίνω όχι τι θέλει ο κόσμος αλλά τι πρέπει να δώσω στον κόσμο», είχε πει ο Τερζόπουλος σε μια συνέντευξή του, συνοψίζοντας την εκδοτική του φιλοσοφία σε μια φράση «κλειδί». Το πρώτο μεγάλο πρόβλημα που συνάντησε ο δαιμόνιος Τερζόπουλος ήταν να πείσει τις Ελληνίδες να διαβάζουν περιοδικά. Παρά την εμφανή έλλειψη ενός εντύπου που να απευθύνεται σε αυτές, δεν ήταν αυτονόητο ότι το εγχείρημά του θα έβρισκε αποδοχή. Το δεύτερο πρόβλημα ήταν σημαντικότερο. Επρεπε να βρει συντάκτριες, σε μια εποχή όπου όχι μόνο δεν υπήρχε σχολή δημοσιογραφίας αλλά και οι γυναίκες που εργάζονταν ήταν λιγοστές. «Εβαλα μια αγγελία και ζητούσα κοπέλες με τα εξής προσόντα: Να έχουν τελειώσει πανεπιστήμιο, να γνωρίζουν τουλάχιστον δύο ξένες γλώσσες, να έχουν γενική μόρφωση και καλλιέργεια ανώτερη του μέσου όρου και να ξέρουν να γράφουν, δηλαδή να ξέρουν συντακτικό και να διαθέτουν ευχέρεια στο γράψιμο», είχε πει σε μια συνέντευξή του. Από εκεί και πέρα αναλάμβανε ο ίδιος. Και δεν υπήρχε καλύτερος δάσκαλος…

Ανθρωπος ορχήστρα

Πανέξυπνος, καλλιεργημένος, εργασιομανής, εξαίρετος δημοσιογράφος, ευφυής επιχειρηματίας, άνθρωπος ορχήστρα. Ο Τερζόπουλος ήξερε και ήλεγχε τα πάντα: από την σύνταξη μέχρι το λιθογραφείο και τις δημόσιες σχέσεις. Του άρεσε η τάξη και ήθελε να είναι τακτοποιημένα ακόμα και τα συρτάρια των γραφείων. Ηταν συγκεντρωτικός αλλά χαρισματικός. Αλλωστε, ο ίδιος είχε περάσει απ’ όλα τα πόστα και κατείχε την «κουζίνα» της δημοσιογραφίας και των εκτυπώσεων, είχε φιλίες με σπουδαίες προσωπικότητες της εποχής, γνώριζε τον τομέα της διαφήμισης και το σύστημα της διανομής. Είχε άποψη για την τέχνη, την λογοτεχνία, την κοινωνία, τις σχέσεις. Τα περισσότερα χρόνια της ζωής του είχε ακαταπόνητο ενθουσιασμό για τη δουλειά και τη Φύση. Λάτρης της ορειβασίας, είχε ανεβεί σε όλες τις ελληνικές βουνοκορφές. Ηδη στις αρχές του 1980 έγραφε ότι πρέπει να σώσουμε την Πεντέλη και την Αττική από την άναρχη δόμηση και τους εμπρηστές.

Γεννήθηκε στα Δαρδανέλλια, με πατέρα τυπογράφο, ένθερμο Βενιζελικό. Το 1922, μόλις είχαν αρχίσει οι σφαγές στην ενδοχώρα, η οικογένεια φεύγει κακήν κακώς με μόνες αποσκευές ένα σακί που είχε μέσα τυπογραφικά στοιχεία και τη μηχανή του πατέρα. Εκείνος κατέληξε στην Αθήνα για δουλειά και ο Ευάγγελος με τα αδέλφια του και τη μάνα του στην Ιμβρο. Εκεί έβγαλε την πρώτη του εφημερίδα, με τη βοήθεια του τηλεγραφητή του νησιού. Ερχόμενος στην Ελλάδα, η πρώτη του δουλειά ήταν στοιχειοθέτης σε τυπογραφείο του Ψυρρή. Παρά την ανέχεια, καταφέρνει να ολοκληρώσει την φοίτησή του στην Σχολή Καλών Τεχνών, εργαζόμενος στο τυπογραφείο του «Ελεύθερου Βήματος». Μετά τον πόλεμο έγινε σκιτσογράφος και ύστερα συντάκτης του ελευθέρου ρεπορτάζ. Μέχρι που οραματίστηκε τη «Γυναίκα» και άλλαξε η ζωή του.

Τάκης ο «κουκουές»

«Στην Μεταπολίτευση, ο Τερζόπουλος, που ήταν αριστερός και το ψευδώνυμό του ήταν Τάκης ο Κουκουές, μάζεψε όλη την αριστερή αφρόκρεμα: την Ελλη Παππά, τον Μανώλη Φορτούνη, τον Στάθη Δρομάζο, την Ελλη Αλεξίου, τον Τάσο Λειβαδίτη. Ολοι αυτοί οι άνθρωποι είχαν μια κρυφή αποστολή. Να μας εκπαιδεύσουν δημοσιογραφικά. Και το πέτυχαν», θυμάται η θεατρική κριτικός Αννη Κολτσιδοπούλου που πέρασε το κατώφλι της «Γυναίκας» πριν τελειώσει το σχολείο.

«Πήγα ως μαθήτρια με καλτσάκια να συναντήσω τον Τερζόπουλο. Ετών δεκαεπτά. Μαζί μου είχα τρία τετράδια εκθέσεων και ακουαρέλες που φτιάχναμε στη Γερμανική Σχολή. Μπήκα στα γραφεία και είπα ότι με περίμενε ενώ δεν είχαμε ραντεβού. Παρ’ όλα αυτά με δέχθηκε. Κράτησε ένα τετράδιο εκθέσεων και με ειδοποίησε μετά τρεις μήνες. Με πήγε στο τυπογραφείο της Καλλιθέας. Το μεγάλο του καμάρι. Ηθελε να καταλάβω πώς ακριβώς συντάσσεται και εκτυπώνεται ένα έντυπο. Μου έδωσε μια στήλη που λεγόταν «η φίλη σας Αννη» με θέματα για νέες κοπέλες. Εμεινα στη «Γυναίκα» μέχρι και το τελευταίο της τεύχος που βγήκε τον Σεπτέμβριο. Περίπου 45 χρόνια», λέει στην «Κ».

Μία από τις κοπέλες που ανταποκρίθηκαν ήταν και η Αλίκη Σισμανίδου το 1961 που μίλησε στην «Κ». «Είχα μόλις τελειώσει το Αθηναϊκό Τεχνολογικό Ινστιτούτο. Σπούδασα γραφικές τέχνες με τον χαράκτη Τάσσο. Εκείνη την περίοδο είχε ανοίξει ένα νέο περιοδικό που δεν μακροημέρευσε: η «Ελληνίδα» του Αλέξη Καρέρ. Εμαθα ότι εκκενώθηκε μια θέση στη «Γυναίκα» και αποφάσισα να δοκιμάσω την τύχη μου. Εμεινα στην έκδοση μέχρι και το 1996. Ηταν η εποχή που υπήρχε αφοσίωση στο έντυπο όπου εργαζόσουν. Εμαθα τα πάντα από τον Τερζόπουλο. Με δίδαξε τι θα πει art director, όταν δεν υπήρχε καν ο τίτλος για τη δουλειά αυτή. Εκτιμούσε αφάνταστα την εργατικότητα και την εντιμότητα. Μια φορά ο Γιάννης Τσεκλένης, για να μας ευχαριστήσει για ένα ρεπορτάζ μόδας, έστειλε ένα πανέρι με μαντήλια για τις συντάκτριες. Του τα έστειλε πίσω την ίδια στιγμή. Αυτή η αίσθηση της ηθικής ήταν και η αντίσταση της «Γυναίκας» στο life style. Δεν βγήκε με δώρα, δεν έδινε τον πρώτο λόγο στους διαφημιστές. Αντιστάθηκε όσο μπορούσε και στην αναιδή δημοσιογραφία, την αίσθηση δηλαδή του αναγνώστη ότι δεν τον σέβονται».

«Στη «Γυναίκα» ακόμα και ο τελευταίος εργαζόμενος είχε τη συναίσθηση ότι δουλεύει σε ένα μεγάλο έντυπο που έχει ρόλο διαπαιδαγωγικό», προσθέτει η Ντίνα Γεωργούλα, υπεύθυνη για τις σελίδες της ευζωίας, του φαγητού και της διακόσμησης «Τα ονόματα των συντακτών έμπαιναν μετά πολλά χρόνια προϋπηρεσίας και πάντα στο τέλος των άρθρων. Ημασταν μια δεμένη, πειθαρχημένη και αγαπημένη ομάδα με αίσθηση δημοσιογραφικής αποστολής. Αυτό σπανίζει σήμερα…»