ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ο πολεμικός κόσμος των Ασσυρίων

Εξαντλώντας τους προκολομβιανούς πολιτισμούς της αμερικανικής ηπείρου, επανερχόμαστε στις μεγάλες αυτοκρατορίες της Ανατολής, πριν αυτές να περιέλθουν στην ηγεμονία του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Εχει ήδη εκδοθεί τόμος σχετικός με τον αινιγματικό λαό των Σουμερίων, που ορίζει και τις απαρχές του μεσοποταμιακού πολιτισμού. Μετά τους Σουμέριους ακολουθούν χρονολογικά οι Ασσύριοι, η «μάστιγα του Γιαχβέ» όπως τους κατονομάζουν οι Εβραίοι προφήτες. Και πράγματι, ο κόσμος των Ασσυρίων, που άρχισε να αποκαλύπτεται από τα μέσα του 19ου αι., είναι ο κόσμος ενός πολεμικού πολιτισμού. Εκατοντάδες ανάγλυφα, που έφερνε από τότε στο φως η αρχαιολογική έρευνα, εξιστορούσαν ένοπλες δραστηριότητες και γεγονότα ενός φιλοπόλεμου λαού.

Οι στρατιωτικές εκστρατείες που επιχειρούσαν οι Σουμέριοι -επισημαίνει στην εισαγωγή του τόμου ο Γάλλος αρχαιολόγος Αντρέ Παρό, ένας από τους πιο έγκυρους ερευνητές στους πολιτισμούς της Μεσοποταμίας- ήταν διακριτικές και δεν αποτελούσαν αντικείμενο επίδειξης, τουλάχιστον στο πεδίο της εικονογραφίας. Αντιθέτως, οι Ασσύριοι εγκαταλείπουν κάθε πρόσχημα, διακηρύσσοντας ανοιχτά την ενασχόλησή τους με τον πόλεμο. Τα όπλα και το αίμα επιδεικνύονται όχι μόνο ανενδοίαστα, αλλά και με ιδιαίτερο στόμφο. Ο πολεμικός χαρακτήρας αυτού του λαού ήταν εύλογο να επηρεάσει και την τέχνη του.

Πληθώρα ευρημάτων

Η μεγάλη ακμή του βασιλείου της Ασσυρίας -σημειώνει στην εισαγωγική παρουσίαση του τόμου ο Πάολο Ματίε- ξεκινά το πρώτο μισό του 9ου αι. π.Χ. με τον Ασσουρνασιρπάλ Β΄ και ολοκληρώνεται μετά τα μέσα του 7ου αι. π.Χ. με τον Ασσουρμπανιπάλ (γνωστός με το εξελληνισμένο όνομα Σαρδανάπαλος), τον τελευταίο μεγάλο μονάρχη της Ασσυρίας. Από τον πρώτο και για όλους τους ενδιάμεσους μεγάλους δημιουργούς της αυτοκρατορίας των Ασσυρίων, έχουμε στη διάθεσή μας πολλά στοιχεία.

Οι ζώνες επιρροής αυτών των Ασσύριων βασιλέων ήταν οι ίδιες περιοχές από όπου, λίγο πριν από τα μέσα του 19ου αι., ξεκίνησε τις έρευνές της η αρχαιολογία: οι περιοχές του Κοουγιουντζίκ, της κύριας ακρόπολης της Νινευί, τελευταίας αυτοκρατορικής πρωτεύουσας τον 7ο αι. π.Χ., της Χορσαμπάντ, σπουδαίας πρωτεύουσας που ίδρυσε ο Σαργών Β΄ το 717 π.Χ. και της Νιμρούντ, της αρχαίας Καλχού, η οποία τον 9ο αι. π.Χ. έγινε πρωτεύουσα του ασσυριακού κράτους σύμφωνα με την επιθυμία του Ασσουρνασιρπάλ Β΄, από όπου μάλιστα ξεκίνησε και τις εκστρατείες που σηματοδότησαν, κατά κάποιο τρόπο, την ίδρυση της αυτοκρατορίας.

Τα ευρήματα των Γάλλων και των Αγγλων αρχαιολόγων μεταξύ του 1842 και του 1855 στο Κοουγιουντζίκ, στη Χορσαμπάντ και στη Νιμρούντ, μεταξύ των οποίων χιλιάδες κείμενα σε σφηνοειδή γραφή, καθώς και το πλήθος των σπουδαίων αναγλύφων που κοσμούσαν τις βασιλικές κατοικίες προκάλεσαν κύματα θαυμασμού τόσο στην ευρωπαϊκή όσο και στην αμερικανική κοινή γνώμη. Η Δύση άρχισε να ανακαλύπτει εκ νέου την αρχαία Ανατολή μέσα από αυτά τα ευρήματα. Αρχικά, μάλιστα, οι αρχαιολογικές έρευνες στη Μεσοποταμία έτειναν μόνο να επιβεβαιώσουν και να ελέγξουν την ιστορικότητα των προσώπων και των τόπων που αναφέρονται στην Παλαιά Διαθήκη, ενώ αργότερα, με την προσθήκη των επιγραφικών στοιχείων, οι έρευνες άρχισαν να αποκτούν μεγαλύτερη αυτονομία.

Η ασσυριακή αρχαιολογία, η οποία ξεκίνησε με τον πλέον εντυπωσιακό τρόπο ως αρχαιολογία των σπουδαίων ανακτόρων στις πρωτεύουσες, έδρες διαμονής και διοίκησης της αυτοκρατορίας, δεν επεκτάθηκε στον τομέα των κατοικημένων περιοχών, των νεκροπόλεων και των επαρχιακών αστικών κέντρων. Εξαιτίας αυτού δημιουργήθηκε μια ανισορροπία ανάμεσα στην πληθώρα στοιχείων που έχουμε στη διάθεσή μας για την αυλή των ευγενών και τους βασιλείς της Ασσυρίας και στα ελάχιστα στοιχεία που είναι γνωστά για τον λαό της.

Ανασκαφές των Ιρακινών

Τα σχέδια για ανασκαφές στις μεγάλες εκτάσεις των ασσυριακών μητροπόλεων, όπως της Νινευί, της Χορσαμπάντ και της Νιμρούντ, που εκπονήθηκαν από τους επιστήμονες, διακόπηκαν αρχικά λόγω του παγκόσμιου εμπάργκο εναντίον του Ιράκ και στη συνέχεια λόγω του δεύτερου πολέμου στον Περσικό Κόλπο.

Ωστόσο, κατά την περίοδο του αποκλεισμού -παρατηρεί ο Ματίε- Ιρακινοί αρχαιολόγοι συνέχισαν τις ανασκαφές στα σπουδαιότερα μνημεία των πόλεων της Ασσυρίας και πρόσφατα παρουσίασαν αξιόλογες ανακαλύψεις. Ολοκληρώνοντας τις ανασκαφές στην περιοχή του μεγάλου ανακτόρου της Νιμρούντ, αποκάλυψαν τρεις πλουσιότατους υπόγειους τάφους, οι οποίοι ανήκαν σε βασίλισσες της Ασσυρίας, συζύγους των σημαντικότερων πρωταγωνιστών της εξάπλωσης της αυτοκρατορίας μεταξύ του 9ου και του 8ου αι. π.Χ. Στον πρώτο από τους τάφους, ανάμεσα στα άλλα αντικείμενα, τα κοσμήματα και τα χρυσά αγγεία ζύγιζαν συνολικά 14 κιλά, ενώ στον δεύτερο, τα 449 χρυσά και αργυρά αντικείμενα ζύγιζαν συνολικά 23 κιλά. Τα χρυσά αντικείμενα αυτών των τάφων, που ήταν συγκεντρωμένα μέσα στις σαρκοφάγους, αποτελούν απτό δείγμα της βασιλικής χρυσοχοΐας του 9ου και του 8ου αι. π.Χ. στην Ασσυρία, η οποία μέχρι σήμερα είναι γνωστή σχεδόν αποκλειστικά από τις απεικονίσεις περιδέραιων των αξιωματούχων της αυτοκρατορίας στα ιστορικά ανάγλυφα των ανακτόρων.

Μια ακόμη σπουδαία ανακάλυψη σημάδεψε την ιρακινή αρχαιολογία στα χρόνια της πολιτικής απομόνωσης της χώρας. Πρόκειται για την ανακάλυψη μιας σχεδόν άθικτης αίθουσας – αρχείου του μεγάλου ναού του Σαμάς, στην ιερή βαβυλωνιακή πόλη της Σιππάρ, όπου προς τα τέλη του 19ου αι. διεξάγονταν ανεξέλεγκτες ανασκαφές από εκπροσώπους του Βρετανικού Μουσείου του Λονδίνου. Αυτές οι ανασκαφές σταμάτησαν λίγα μέτρα πριν από ένα μικρό δωμάτιο, οι τοίχοι του οποίου ήταν διάτρητοι από κοιλώματα καλυμμένα με ιλύ. Πρόκειται για ράφια, ενσωματωμένα στους τοίχους, τα οποία βρέθηκαν γεμάτα με λογοτεχνικά, επιστημονικά, τελετουργικά και δογματικά κείμενα της νεοασσυριακής και της μετέπειτα νεοβαβυλωνιακής αυτοκρατορίας. Αυτή είναι η πρώτη ανακάλυψη μιας πραγματικής βιβλιοθήκης ενός εκ των μεγαλυτέρων νεοβαβυλωνιακών ιερών.

Ο τόμος «Ασσύριοι. Οι κατακτητές της Μεσοποταμίας» της σειράς «Μεγάλοι Πολιτισμοί» της «Κ» κυκλοφορεί στα περίπτερα και πρακτορεία Τύπου από την Κυριακή, 20 Ιανουαρίου, στην τιμή των 10 ευρώ.