ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

«Με έχει κερδίσει η τέχνη του θεάτρου»

Η ερμηνεία της είναι απ’ αυτές που ξεχώρισαν φέτος. Ομως, όσοι έχουν δει τη Μαρία Κεχαγιόγλου να παίζει είτε στο θέατρο είτε στο σινεμά, γνωρίζουν πόσο καλή ηθοποιός είναι. Μεταμορφώσιμη, συγκινητική, διαφορετική με όποια ηρωίδα κι αν καταπιάνεται. Παράλληλα, ένας άνθρωπος χαμηλών τόνων. Δεν επιδιώκει τη δημοσιότητα. Αντίθετα, δείχνει να στέκεται αμήχανα απέναντί της. Στο Θέατρο του Νέου Κόσμου δόθηκε παράταση στις παραστάσεις της «Κατερίνας Ισμαΐλοβα» που σκηνοθέτησε η Μάρθα Φριντζήλα (ενώ μαζί της πάλι, ξεκινά πρόβες στο Εθνικό Θέατρο. Εκεί, άλλωστε, θα ανέβει ο «Αίας» του Σοφοκλή την άνοιξη, σε κλειστό χώρο, όπως ακριβώς τον εμπνεύστηκε η σκηνοθέτις, με μια φιγούρα καραγκιόζη από το Θέατρο Σκιών του Αθου Δανέλλη, στο ρόλο του πρωταγωνιστή.

Στο μεταξύ, τον Ιούλιο, ετοιμάζεται για έναν ακόμη ρόλο. Θα παίξει πάλι την «Ηλέκτρα» του Ούγκο φον Χόφμανσταλ που ανέβασε για μικρό διάστημα η ομάδα «Κανιγκούντα» και ο Γιάννης Λεοντάρης, πριν από δύο χρόνια. Μόνο που αυτή τη φορά θα είναι για 25 παραστάσεις στο Φεστιβάλ της Αβινιόν.

– Συνεργάζεστε πάλι με τους ίδιους ανθρώπους. Ταυτίζονται τόσο οι απόψεις σας;

– Μου κάνει πολύ καλό η Μ. Φριντζήλα γιατί μου διώχνει τους φόβους μου. Είναι μια συγκυρία πραγμάτων αυτό που μου συμβαίνει την τελευταία τριετία. Από τη μια νιώθω ότι ωρίμασα και συνειδητοποίησα τι ήθελα να κάνω στο θέατρο και με ποιο τρόπο. Από την άλλη, αυτή η ανησυχία μου, ήρθε και συναντήθηκε με διάφορους ανθρώπους όπως είναι η Φριντζήλα και ο Γιάννης Λεοντάρης. Νιώθω δεμένη μαζί τους και τις ομάδες τους αυτή την τελευταία τριετία της ζωής μου.

– Τι σας κέντρισε στην Κατερίνα Ισμαΐλοβα;

– Πριν από τρία τέσσερα χρόνια, η Μάρθα μου έδωσε μια νουβέλα του Νικολάι Λέσκοβ, λέγοντάς μου: «αυτό θα ήθελα να το κάνουμε μαζί». Διαβάζοντάς την είχα την ίδια αίσθηση σαν να διάβαζα Ντοστογιέφσκι. Στον τρόπο αφήγησης του συγγραφέα αναγνώρισα πολλά κομμάτια του εαυτού μου. Οταν, λοιπόν, ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος πρότεινε στη Μάρθα να συνεργαστούν, δεν υπήρχε δεύτερη σκέψη για το έργο. Ηταν η πρώτη ευκαιρία της ομάδας «Δρόμος με δέντρα» να δουλέψει σε συνθήκες κανονικής παραγωγής. Εγώ δεν ανήκω στο σχήμα αλλά είμαι συνεργάτης κατά καιρούς.

– Αν και το έργο από ένα σημείο και πέρα συνδέεται με μια σειρά φόνων κι έναν κύκλο αίματος με υπεύθυνη την Ισμαΐλοβα -γι’ αυτό και Λαίδη Μάκβεθ του Μτσενσκ- τι είναι αυτό που την κάνει αγαπητή στο κοινό; Πέρα από την ερμηνεία σας που κλέβει την παράσταση.

– Δεν συμφωνώ. Η ερμηνεία δεν είναι κάτι δεν επιτυγχάνεται έτσι απλά. Εχει μεγάλο μερίδιο η σκηνοθεσία και οι συμπαίκτες. Οσο για την Ισμαΐλοβα, μου είναι πραγματικά αδύνατον να περιγράψω μια ηρωίδα που υποδύομαι. Είναι σαν να βάζω τον εαυτό μου να γράψει μια έκθεση για ένα οικείο πρόσωπο. Με συγκινεί σε αυτήν ότι είναι διαρκώς εκτεθειμένη, κάτι που τονίζει η παράσταση.

– Η Τέκμησσα, η ηρωίδα που θα παίξετε στο Εθνικό πώς είναι;

– Την έχω αφήσει εδώ και χρόνια… Είναι μια σκλάβα Θρακιώτισσα. Είναι η σύντροφος του Αίαντα. Υποταγμένη σ’ αυτόν.

Ομαδική δουλειά

– Τι σας οδηγεί στις ομάδες σε μια εποχή που πολλοί δεν πιστεύουν σ’ αυτές, με την έννοια της αφοσίωσης όπως συνέβαινε στις δεκαετίες του ’70 και του ’80;

– Αυτό το αίσθημα το έζησα στο τέλος του. Πάντως, οι παραστάσεις που μου έμειναν και τις θυμάμαι είναι αποτέλεσμα ομαδικής δουλειάς. Τα τελευταία χρόνια συνειδητοποίησα πως δεν μπορώ και δεν θέλω να κάνω τίποτα μόνη μου. Δεν θέλω να είμαι μόνη μου. Είμαι σε απόλυτη εξάρτηση με τους άλλους. Αυτοί που δεν θέλουν να μπουν σε ομάδα ή να κρύβονται πίσω από δικαιολογίες του τύπου «φοβάμαι πολύ τη διάλυση», πρέπει να πιστεύουν πάρα πολύ στον εαυτό τους. Εγώ δεν πιστεύω στον εαυτό μου.

– Είστε ανασφαλής;

– Πιστεύω ότι δυο μαζί είναι πιο δυνατοί από έναν. Είναι σαν τις σχέσεις. Τώρα ζω τη χαρά του συλλογικού. Αλλωστε, η θεατρική πράξη για μένα μοιάζει σαν ένα ομαδικό αγώνισμα. Για σκεφτείτε πώς θα ήταν αν σε μια ποδοσφαιρική ομάδα ο καθένας προπονείται μόνος του. Τι αγώνα θα έδινε αυτή η ομάδα;

– Θεατρική διαδικασία τι σημαίνει για σας;

– Πρέπει να έχει την προϋπόθεση της επικοινωνίας, της συλλογικότητας πάνω σε μια κοινή βάση και να βρίσκεται μακριά από τις σχέσεις εξουσίας. Αυτό επηρεάζει και τις επιλογές μου. Επιλέγω κάθε φορά αυτό που πιστεύω ότι θα με προχωρήσει στη δουλειά μου. Μπορώ να συγκινηθώ από ένα ρόλο ή έργο αλλά τις περισσότερες φορές είναι οι άνθρωποι. Τελευταία δεν με νοιάζει και πολύ να προστατευθώ. Αισθάνομαι πως είμαι ελεύθερη να πω «ναι» σε κάτι που διαισθάνομαι πως θα ‘ναι χαμένη υπόθεση. Θέλω να το παλέψω.

– Σας ενδιαφέρουν πιο εναλλακτικά πράγματα στο θέατρο ή μήπως οι ετικέτες αυτές δημιουργούν μια παρεξήγηση;

– Μια παράσταση για μένα έχει ενδιαφέρον όχι από το ύφος της αλλά από το αν είναι ζωντανή.

– Πώς δουλεύετε ένα ρόλο;

– Οδηγός είναι πάντα το κείμενο. Δουλειά μου είναι να το κατανοήσω όσο το δυνατόν περισσότερο. Το κείμενο είναι σαν τυφλοσούρτης. Εκεί καταφεύγω όταν δυσκολεύομαι. Οσο πιο στενή σχέση έχω μαζί του τόσο περισσότερο γίνεται κομμάτι της ζωής μου. Ζητούμενο είναι πάντα να πω τα λόγια του συγγραφέα σαν να είναι δικά μου και να ανακαλύψω τους ρυθμούς.

– Επιλέγετε συνειδητά κάθε φορά διαφορετικούς ρόλους;

– Επιλέγω αυτό που νομίζω ότι θα με κάνει καλύτερη στην τέχνη μου. Οι ρόλοι είναι διαφορετικοί.

Σινεμά και θέατρο

– Εχετε στο ενεργητικό σας δέκα ταινίες μικρού μήκους και επτά μεγάλου, καθώς και συνεργασίες με πολλούς σύγχρονους σκηνοθέτες. Ποιες ανάγκες καλύπτει το σινεμά και ποιες το θέατρο;

– Τις συναντήσεις με ανθρώπους. Οι αγαπημένοι μου σκηνοθέτες στο σινεμά είναι ο Κασαβέτης και ο Κεν Λόουτς. Οι ταινίες τους είναι μια φέτα της αληθινής ζωής. Αυτό με ενδιαφέρει να βλέπω και στο θέατρο. Και μάλιστα να ‘ναι όσο πιο πιστά στο κείμενο γίνεται. Ανεβάσματα όπου κυριαρχεί ο εγωισμός ή η επίδειξη καλλιτεχνίας με αφήνουν αδιάφορη. Το πιο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα του τι με ενδιαφέρει στο θέατρο ήταν η παράσταση του «Γλάρου» από το Kretakor που είδαμε το καλοκαίρι στο πλαίσιο του Ελληνικού Φεστιβάλ.

– Πώς βλέπετε το θέατρο σήμερα;

– Αλλάζει το ελληνικό θέατρο. Βλέπουμε πολλές ομάδες πια και διαφόρων ειδών παραστάσεις. Ρόλο στην αλλαγή παίζει και το Ελληνικό Φεστιβάλ. Ανοιξε το μάτι μας. Αλλιώς, μόνον όσοι είχαν χρόνο και άνεση μπορούσαν να πάνε στο εξωτερικό.

– Στις συνεργασίες σας αφήνεστε να σας καθοδηγούν ή προτιμάτε την ελευθερία του ηθοποιού;

– Η ελευθερία του ηθοποιού είναι ένας παρεξηγήσιμος χαρακτηρισμός. Ο καθένας την αντιλαμβάνεται διαφορετικά και την προσαρμόζει στα μέτρα του. Εχω μεγάλη εξάρτηση από τον σκηνοθέτη. Εχω ανάγκη τη γνώμη αυτού που με βλέπει.

– Εχετε 18 χρόνια στο θέατρο και συνεργασίες από το Εθνικό και το ΚΘΒΕ, μέχρι το Εμπρός, το Αμόρε, το Κυκλάδων, το Αμφι-Θέατρο, το Θέατρο του Νέου Κόσμου, κι όμως είστε επιφυλακτική και μετρημένη. Αισθάνεστε αμηχανία με τις υπερβολές της εποχής όπως και με το γεγονός να εκτίθεστε;

– Η δουλειά μου είναι να εκτίθεμαι στο θέατρο και όχι να φτιάχνω τη δημόσια εικόνα μου. Τι θα έπρεπε να κάνω; Δεν καταλαβαίνεις έναν άνθρωπο από μια συνέντευξη και δεν είναι αυτός ο στόχος μου. Ηθοποιός είναι η δουλειά μου.

– Πώς αποφάσισε ένα κορίτσι από το Διδυμότειχο στα 18 του να ασχοληθεί με το θέατρο;

– Ηταν παρόρμηση της εποχής. Οταν πέρασα στη Φιλοσοφική Σχολή στα Γιάννενα γνώρισα την ερασιτεχνική ομάδα του Πανεπιστημίου και εν συνεχεία πήρα την τρελή απόφαση. Τη Φιλοσοφική βέβαια, αν και πήρα πτυχίο, την άφησα στο ράφι. Τελείωσα τη σχολή του Εθνικού και ίσως η συστολή με οδήγησε εκεί. Με όλες της τις δυσκολίες με έχει κερδίσει αυτή η τέχνη. Αισθάνομαι ότι είμαι σε ένα ποτάμι και με πάει. Θέλω να του αφεθώ.

«Προσπαθώ να βρω κάθε φορά τη χαρά για να αρχίσω πρόβα ή παράσταση»

– Δεν απομυθοποιήσατε τίποτα όλα αυτά τα χρόνια;

– Δεν μας παίρνει εμάς τους ηθοποιούς. Προσπαθώ να βρω κάθε φορά τη χαρά για να αρχίσω πρόβα ή παράσταση. Δεν γίνεται ο καλλιτέχνης να είναι βαριεστημένος. Δεν είναι μια δουλειά. Εχω κρατήσει ένα απόσπασμα από μια συνέντευξη του Λευτέρη (Βογιατζή) ο οποίος λέει: «Την ώρα που βγαίνεις στη σκηνή είναι μια στιγμή ειδική, ανεπανάληπτη που πρέπει να την έχεις θεωρητικά πολύ μεγάλη ανάγκη. Αυτό πρέπει να το κυνηγάς. Δεν μπορείς να πηγαίνεις να ξεβρακωθείς κάθε μέρα επειδή έτσι σου κάπνισε. Επέρχεται κορεσμός. Και πρέπει να μπορείς να αντιμετωπίζεις αυτό τον κορεσμό των συναισθημάτων».

– Απόσπασματα από συνεντεύξεις συναδέλφων σας είναι και τα υπόλοιπα που βλέπω κολλημένα πάνω από τον καθρέφτη στο καμαρίνι σας;

– Κολλάω ό,τι μου κάνει εντύπωση σε όσα διαβάζω. Οπως η αυτοκτονία του Γάλλου φιλόσοφου Αντρέ Γκορτζ που έγραφε ερωτικές ιστορίες στη σύντροφό του. Αυτά τα μονόστηλα των εφημερίδων βοηθούν στη δουλειά μου. Με τους μαθητές μου στη σχολή του Εθνικού -φέτος διδάσκω για πρώτη φορά- ήθελα να δουλέψουμε κάτι για τον έρωτα. Τους είπα να διαβάσουμε τον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα αλλά σχολίασαν «αυτά δεν γίνονται σήμερα». Την επόμενη ημέρα διάβασα για τα δύο Κρητικόπουλα που αυτοκτόνησαν από έρωτα. Να λοιπόν η ζωή.

– Στην κόρη σας τι λέτε;

– Είναι εννιά χρονών. Μου κάνει και κριτική. Προσπαθώ να μην την πιέζω. Γιατί κουβαλάω ακόμη το σύνδρομο της καλής μαθήτριας…