ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ιδιοφυής, τραγικός και αυθάδης

Γ εννήθηκε και ανδρώθηκε την εποχή που όλα ήταν ανοιχτά, στη Ρωσία και στον κόσμο, όλοι αναζητούσαν, εμπνέονταν, απέρριπταν και άνοιγαν νέους δρόμους. Ο ποιητής Οσιπ Εμιλιέβιτς Μαντελστάμ (Βαρσοβία 1891 – Βλαδιβοστόκ 1938) είναι ένας από ιδιοφυείς τραγικούς και λυρικούς ποιητές της προεπαναστατικής Ρωσίας, που ακολούθησε το όνειρο, έζησε την εποχή του συμβολισμού και του φουτουρισμού, νοστάλγησε τον παγκόσμιο πολιτισμό και πολύ σύντομα είδε τα οράματα και τα ιδανικά του να καταρρέουν. Ο πληθωρικός και ευέξαπτος χαρακτήρας του πολύ γρήγορα τον εξέθεσε στα μάτια όσων καιροφυλακτούσαν και όσων δεν συγχώρεσαν ποτέ ότι «είχε τη συνήθεια να περπατάει με το κεφάλι ψηλά, «υπέρ το δέον ευθυτενής»». Ο συγγραφέας και μεταφραστής Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, γνώστης της ρωσικής λογοτεχνίας (και γλώσσας), δίνει μια μεγάλη γεύση της ζωής, των απόψεων και της ποίησης του Οσιπ Μαντελστάμ, αλλά και όσων τον πίκραναν και τον εξόντωσαν, στο βιβλίο του «Οσιπ Μαντελστάμ – Στην Πετρούπολη θα σμίξουμε πάλι». Ενα μικρό βιβλίο που χώρεσε μια ολόκληρη εποχή και πολλές προσωπικότητες που τη σφράγισαν, αλλά και την αμαύρωσαν. Στους πρώτους ήταν η Αννα Αχμάτοβα, στην οποία ο Οσιπ Μαντελστάμ αφιέρωσε ένα από τα πιο σημαντικά του ποιήματα: «Φύλαγε παντοτινά το λόγο μου για την καπνίλα του και την κακή του/ την τύχη/ για το ρετσίνι της συντροφικής υπομονής, την ταπεινοφροσύνη/ στην πίσσα του κάτεργου…».

Εξορία και θάνατος

Στους δεύτερους είναι όσοι έκαναν τους έμπιστους φίλους του και κατέδωσαν ότι τους διάβασε ένα ποίημα σατιρικό για τον Στάλιν. Η διαδρομή που τον περίμενε ήταν εξορία, υπονόμευση και θάνατος.

Γεννήθηκε στις 3 Ιανουαρίου 1891 στη Βαρσοβία, γιος Εβραίου εμπόρου. Η καλλιεργημένη μητέρα του τού μετέδωσε την αγάπη για τη λογοτεχνία. Ο πατέρας του τον προόριζε για ραβίνο και του απαγόρευε να διαβάζει «κοσμικά» βιβλία, γι’ αυτό στα 14 το σκάει από το σπίτι και καταλήγει στην ανωτάτη ιερατική σχολή ταλμουδικών σπουδών στο Βερολίνο, όπου διαβάζει Σίλερ και άλλους Γερμανούς φιλοσόφους του 19ου αιώνα. Οι οικονομικές δυσκολίες του πατέρα του αναγκάζουν την οικογένεια να μετακινείται διαρκώς. 1907, Παρίσι· 1910 Χαϊδελβέργη· 1911 Αγία Πετρούπολη.

Τα πρώτα του ποιήματα τα έγραψε το 1908 και το 1913 κυκλοφορεί την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Λίθος». Το 1920 εγκαθίσταται στην Πετρούπολη και δύο χρόνια μετά, το 1922, κυκλοφορεί την ποιητική συλλογή «Tristia». Για να ζήσει κάνει μεταφράσεις από τα γαλλικά, τα γερμανικά και τα αγγλικά και την ίδια χρονιά παντρεύεται τη Ναντιέζντα Γιάκοβλεβνα Ζαζίνα. Από τα τέλη της δεκαετίας του ’20 και μετά άρχισε να βιώνει, μαζί με άλλους, τη σκληρότητα του νέου καθεστώτος. Πολλοί συγγραφείς στρέφονται εναντίον του και διακόπτουν την επαφή μαζί του. Εξαπολύθηκε εναντίον του ένας διασυρμός, που σκόπευε στην ηθική του εκμηδένιση και τη διακωμώδησή του, θέτοντας ερωτήματα και για την πνευματική του ισορροπία.

Η ανυπότακτη φύση του γρήγορα είχε επακόλουθα, και μάλιστα οδυνηρά. Το 1934 ο Μαντελστάμ συλλαμβάνεται με την κατηγορία ότι είχε γράψει επικριτικούς στίχους για τον Στάλιν. Εξορίζεται για τρία χρόνια στο στρατόπεδο Τσερντίν και κάνει την πρώτη απόπειρα αυτοκτονίας. Ο ίδιος δεν είχε ψευδαισθήσεις: «Η φάρα των συγγραφέων αναδίνει μια αηδιαστική τομαρίλα κι έχει τους πιο βρώμικους τρόπους να μαγειρεύει ό,τι φαγιά φτιάχνει. Περιφέρεται εδώ κι εκεί και διανυχτερεύει πάνω στ’ αποφάγια της, αποδιωγμένη από πόλεις και χωριά, αλλά παντού και πάντα κοντά στην εξουσία που της παραχωρεί και διαμερίσματα σε κίτρινες συνοικίες σαν τις πουτάνες. Παντού και πάντα η λογοτεχνία έχει έναν προορισμό: βοηθάει τους διοικητές να κουμαντάρουν τους στρατιώτες και συντρέχει τους δικαστές να επιβάλλουν τις ποινές τους στους προγραμμένους». Δεν του συγχώρεσαν αυτές τις αυθάδειες. Συλλαμβάνεται και εξορίζεται για δεύτερη φορά στην ανατολική Σιβηρία. Εκεί πεθαίνει, εξαθλιωμένος, στις 27 Δεκεμβρίου του 1938. «Τι να γίνει; Αν αλλιώς δε γίνεται να πορευόμαστε,/ με τούτον τον αιώνα ας αιωνιζόμαστε».

Η αιχμηρή και ιδιότυπη Αχμάτοβα

«…έφερε στο ρωσικό λυρισμό όλο το πελώριο σύμπλεγμα και τον ψυχολογικό θησαυρό του ρωσικού μυθιστορήματος, Αχμάτοβα δεν θα είχαμε χωρίς τον Τολστόι με την «Αννα Καρένινα», τον Τουργκένιεφ με τη «Φωλιά των ευγενών», όλον τον Ντοστογιέφσκι και ακόμα, εν μέρει, τον Λεσκώφ… Τη μορφή της ποίησής της, αιχμηρή και ιδιότυπη, τη δούλευε ρίχνοντας ματιές στην ψυχολογική πρόζα. Η δική της ποιητική μορφή, που βγήκε μέσα από την ασύμμετρη συστοιχία του λαϊκού τραγουδιού και των πεζών τόνων της υψηλής λυρικής ποίησης της Αννενσκι, είχε ό,τι χρειαζόταν για να μεταφέρει την ψυχολογική άχνη από ένα λουλούδι σ’ άλλο», έγραφε ο Οσιπ Μαντελστάμ το 1922, σ’ ένα από τα άρθρα του για τη ρωσική ποίηση.

Ιnfo

«Οσιπ Μαντελστάμ – Στην Πετρούπολη θα σμίξουμε πάλι», του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, σελ. 182, τιμή 15,50 ευρώ.