ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Με βελούδινα τα έγχορδα η Κρατική Θεσσαλονίκης

Μας έχει συνηθίσει στις καλές συναυλίες η Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης (ΚΟΘ). Επιπλέον, την 1η Απριλίου στην Αίθουσα Φίλων της Μουσικής του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών επιβεβαίωσε ότι διαθέτει ένα εντυπωσιακά άρτιο σύνολο εγχόρδων. Μάλιστα, για να μη μείνει σε κανέναν αμφιβολία επ’ αυτού, στο τέλος της βραδιάς, εκτός προγράμματος, ο Μύρων Μιχαηλίδης, καλλιτεχνικός διευθυντής της ορχήστρας και αρχιμουσικός της, διηύθυνε το δημοφιλές «Θλιμμένο βαλς» του Γιαν Σιμπέλιους, με τρόπο που θα έκανε αρκετά γνωστότερα ευρωπαϊκά σύνολα να ζηλέψουν. Η ποιότητα του ήχου, ο έλεγχος όλων των χαρακτηριστικών και ο συντονισμός ήσαν ασυνήθη, τουλάχιστον για τα ελληνικά δεδομένα.

Ηταν το σώμα των εγχόρδων εκείνο το οποίο σφράγισε την επιτυχία στην απόδοση της «Παθητικής» Συμφωνίας του Τσαϊκόφσκι, ενός από τα αγαπημένα έργα του Μιχαηλίδη. Ειδικά το τελευταίο μέρος υποστηρίχτηκε άριστα, μέσα από παλλόμενες μουσικές φράσεις μεγάλης εκφραστικότητας, στις οποίες κορυφώθηκε το τραγικό περιεχόμενο του έργου. Τι κρίμα, που ασυγκράτητοι ένθερμοι θεατές σπεύδουν να δηλώσουν τον ενθουσιασμό τους πριν από την εκπνοή της τελευταίας νότας, καταστρέφοντας σε όλους τους υπόλοιπους τα συναισθήματα για τα οποία οι μουσικοί έχουν τόσο κοπιάσει.

Δεν υπήρξε ολόκληρη η απόδοση της Συμφωνίας στο ίδιο επίπεδο. Παραδόξως, το πρώτο μέρος, με το γνωστό πλατύ του θέμα, εμπνευσμένο από την άρια του Δον Χοσέ στην «Κάρμεν» του Μπιζέ, φάνηκε σφιγμένο και υπερβολικά προσεκτικό. Οι απαραίτητες εναλλαγές υπήρχαν, αλλά όλα έμοιαζαν υπολογισμένα. Ορχήστρα και αρχιμουσικός φάνηκε να «λύθηκαν» στο δεύτερο μέρος, ενώ ερμήνευσαν συναρπαστικά και με εκφραστική ένταση το τρίτο.

Ακραίες αντιθέσεις

Ομως η συγκεκριμένη συναυλία διέθετε επίσης σολίστα και μάλιστα εξαιρετικά διάσημο. Στο πρώτο μέρος, μετά την θυελλώδη απόδοση της «Νύχτας στο φαλακρό βουνό» του Μόδεστου Μούσοργκσι, η Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης συνεργάστηκε με τον Μίσα Μάισκι για το 1ο Κοντσέρτο για βιολοντσέλο και ορχήστρα του Ντμίτρι Σοστακόβιτς. Θεατρική παρουσία, ο Ρωσοεβραίος τσελίστας πρότεινε μία αντίστοιχα «προσωπική» ανάγνωση του μουσικού κειμένου. Διαθέτοντας ξεκάθαρη αίσθηση της δομής του έργου, ερμήνευσε τα ζωηρά μέρη με νεύρο και ιδιαίτερη ένταση, ενώ αντίστοιχα, επένδυσε πληθωρικό συναίσθημα στο αργό μέρος και στον εξομολογητικό μονόλογο που προβλέπει ο συνθέτης για το σολιστικό όργανο. Η γοητεία της ερμηνείας του βασίστηκε ακριβώς στη δημιουργία ακραίων αντιθέσεων, στην υπερβολή των συναισθημάτων, στην υπογράμμιση οριακών καταστάσεων. Ο Μιχαηλίδης και η ορχήστρα τον παρακολούθησαν με επιτυχία, αν και θα ευχόταν κανείς τα πνευστά της ΚΟΘ να βρίσκονταν στο ίδιο υψηλότατο επίπεδο με τα έγχορδά της.