ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Υποθεσεις

«Παρά τον νέκυν τού Κοσμά βαρυπενθής ο ίππος / εφρύαττεν αιμοσταγής· / και κλίνων προς τον ήρωα την χαίτην, βαρυλύπως, / τα νώτα έκρουε της γης. // Με βήμα τρέμον εξορμά η μήτηρ κ’ αμφιβάλλει· / αλλ’ εις τον πάνδημον κλαυθμόν / εμάντευσε την συμφοράν, και τ’ όναρ ανεκάλει… / Βαρύν αφήκε βρυχηθμόν // ως πρωτοτόκος λέαινα, ο σκύμνος ης ηρπάγη / υπό θρασέων θηρευτών…» Τι να ‘ναι τούτοι οι στίχοι με τη βαριά επική αρματωσιά; Κάλβος δεν είναι, το δείχνουν κι άλλα πράγματα εκτός από τη μορφή των στίχων. Αλέξανδρος Σούτσος μήπως, αν θυμηθούμε κάποιους δικούς του στίχους με ανάλογη γλωσσική στολή, λ.χ. «Αηδονόστομος καθώς πάλαι / την Τουρκομάχον Ελλάδα ψάλε, / ήτις εις δάφνας του Μαραθώνος, της Σαλαμίνος, των Πλαταιών, / ένωσε άλλας νέου αγώνος / ενδοξοτέρας των παλαιών»); Οχι. Ούτε Κάλβος ούτε Σούτσος. Ενας Βαλκάνιος του 19ου αιώνα έγραψε το ποίημα από το οποίο αποσπάστηκαν οι στίχοι που παρατέθηκαν στην αρχή. «Ο Αρματωλός» ήταν ο τίτλος του ποιήματος, νίκησε μάλιστα με αυτό ο δημιουργός του στον Ράλλειο ποιητικό διαγωνισμό των Αθηνών το 1860. Από την Αχρίδα καταγόταν, και η διαδρομή του πάνω στον ζώντα χάρτη των Βαλκανίων, έτσι όπως συμπύκνωσε τις αντιφάσεις, τις ανησυχίες και τις ποικίλες διενέξεις που χάραζαν τη χερσόνησο, υποδεικνύει, αν βέβαια έχουμε διάθεση για τέτοιες υποδείξεις, ότι τα πράγματα ήταν, και παραμένουν, περισσότερο σύνθετα και μεικτά απ’ όσο βιαζόμαστε να πιστέψουμε πολλές φορές· ότι η Ιστορία δηλαδή, των ατόμων και των λαών, δεν είναι τόσο απλή όσο υποθέτουν (ή επιβάλλουν) τα σχήματά μας.

Γρηγόριος Σταυρίδης λεγόταν ο ποιητής. Ή μάλλον, αυτό ήταν το ελληνικό όνομα με το οποίο συμμετείχε στον ποιητικό διαγωνισμό της Αθήνας, της πόλης στην οποία ζούσε τότε, αφού σε επόμενα χρόνια έζησε και εργάστηκε στη Σόφια, στα Τίρανα, στην Κωνσταντινούπολη, στη Θεσσαλονίκη. Επιστρέφοντας στην Αχρίδα, έγινε (ή ξανάγινε) Γκριγκόρ Παρλίτσεφ, γράφοντας πια στην ντοπιολαλιά της γενέτειράς του και αποπειρώμενος να συνθέσει ένα πανσλαβικό γλωσσικό υβρίδιο· «οι αυτόκλητοι θεματοφύλακες, οι κήνσορες του ελληνισμού», έγραφε στην «Ελευθεροτυπία» στις 18.5.2006 ο ιστορικός Φαίδων Μαλιγκούδης, «ανάγκασαν με την υπεροπτική τους στάση έναν εξελληνισμένο νεαρό ποιητή από την Αχρίδα, που μόλις είχε κερδίσει το πρώτο βραβείο του ποιητικού διαγωνισμού στον «Παρνασσό», να γυρίσει την πλάτη του σε καθετί που θύμιζε Ελλάδα και από Γρηγόριος Σταυρίδης να ξαναπάρει το πατρικό του Ρarlicef».

Με καμία εκδοχή του ονόματός του πάντως δεν τον βρήκα σε όσες ελληνικές εγκυκλοπαίδειες έψαξα, παλαιότερες και σύγχρονες, κι αν τύχει να ενδιαφερθεί κανείς θα πρέπει να αναζητήσει την αυτοβιογραφία του στις εκδόσεις «Μαύρη Λίστα», μεταφρασμένη από τον Μίμη Σουλιώτη. Σε κατάλογο, ωστόσο, που κυκλοφορεί στο Διαδίκτυο και στεγάζει, σε αλφαβητική σειρά, τα ονόματα όλων των Ελλήνων συγγραφέων και μεταφραστών, υπάρχει και λήμμα στο όνομα «Σταυρίδης, Γρηγόριος», ενώ ποιήματά του υπάρχουν στο «Ανθολόγιο Μακεδόνων ποιητών, 1860-1913» που συνέθεσε ο Ντίνος Χριστιανόπουλος (εκδ. «Εντευκτήριο») Στην «Ανθολογία Βαλκανικής Ποίησης» υπό τον τίτλο «Αίμος», που εξέδωσε το 2006 το περιοδικό «Αντί», ο ποιητής, ως Γκρίγκορ Πρλίτσεβ εκεί, ανθολογείται στο κεφάλαιο του βιβλίου που περιέχει τη «Σλαβομακεδονική ποίηση», αφού εκεί τον κατατάσσει η εθνική συντακτική ομάδα της FYROM. Για να συμπληρωθεί η εικόνα, ας σημειωθεί ότι σε κείμενό της στη «Βιβλιοθήκη» της «Ελευθεροτυπίας», στις 23.2.2007, η Ζντράβγκα Μιχαήλοβα, μεταφράστρια ελληνικής λογοτεχνίας στα βουλγαρικά, αναφέρει τον Παρλίτσεφ ως Βούλγαρο, υιοθετώντας τα γραμματολογικά (αλλά και εθνολογικά και ιδεολογικά) στερεότυπα που ισχύουν στη δική της πατρίδα. Οσο για τη μεταθανάτια διασπαθισμένη μοίρα της ποιητικής του παραγωγής, είναι χαρακτηριστικά όσα έγραφε ο Μίμης Σουλιώτης στο «Βήμα» στις 27.9.1998: «Το ελληνόγλωσσο έργο του ομηρόπληκτου Αχριδιανού ποιητή το επανεξέδωσε με βουλγαρική παράφραση η Σόφια, ενώ το μη ελληνόγλωσσο και η Σόφια και τα Σκόπια, που επίσης τον θεωρούν δικό τους. Εμείς «δεν διεκδικούμε τίποτε», μήτε καν την ελληνικότατη πρώτη (και καλύτερη) φάση του ποιητή, τη βραβευμένη από τον Α. Ραγκαβή, καθότι θίγει την εθνική μας ευαισθησία το γεγονός ότι, από εθνικόφρων Σταυρίδης που ήταν, ο ποιητής μετεστράφη οργίλος σε Παρλίτσεφ, ενώ βεβαίως θυμόμαστε τις στροφές του καλού Ιω. Παπαδιαμαντόπουλου, που κατά τα άλλα μετεξελίχθηκε στον Γάλλο, γαλλότατο, Jean Μoreas».

Διάσημοι είναι οι «ετερώνυμοι» του Πορτογάλου ποιητή Φερνάντο Πεσόα, που για να πολλαπλασιάσει τη φωνή του έπλασε τα προσωπεία του και τους έδωσε ψυχή, ζωή και λόγο, στην περίπτωση του Παρλίτσεφ – Σταυρίδη – Παρλίτσεφ ωστόσο οι ετερώνυμοι δεν είναι δημιουργήματα της μυθοπλαστικής φαντασίας αλλά πλάσματα από αίμα, αγωνία, ταραχή, αντινομίες, όνειρα και συντριβή. Αλλους ποιητές πάντως κι όχι αυτόν φέρνουν συνήθως στο μυαλό μας τα Βαλκάνια, μια χερσόνησος που εμφανίζεται επίσης πολυώνυμη, αφού και Βαλκανική ονομάζεται και του Αίμου αλλά και Ελληνική, σε παλαιότερα εγχειρίδια και εγκυκλοπαίδειες, απ’ όσους τη θεωρούν απλή αυλή του ηγεμονικού ελληνικού κέντρου. Ο Νίκος Εγγονόπουλος μάς έρχεται βέβαια στον νου, έστω και διαμεσολαβημένος από τον Διονύση Σαββόπουλο, και οι στίχοι του: «Μίρκο Κράλλη, τι ζητάς; / εδώ δεν είναι παίξε γέλασε: / εδώ είναι Μπαλκάνια». Και ο Ρήγας φυσικά, που ο επαναστατικός του ενθουσιασμός στον «Θούριο», ενωτικός και όχι διαχωριστικός, δημοκρατικός και όχι εκ κληρονομίας αριστοκράτης, έπλασε ένα σπίτι για να στεγαστούν «Βουλγάροι κι Αρβανίτες, Αρμένοι και Ρωμιοί, Αράπηδες και άσπροι», αλλά και Βλάχοι, Σέρβοι, Λαζοί και Μαυροθαλασσίτες, Χριστιανοί, «εθνικοί» και Τούρκοι. Κι ύστερα ο Κωστής Παλαμάς, που προσκάλεσε στην «Μπαλκανική Συμπολιτεία» του, στα πρώτα χρόνια του εικοστού αιώνα, τους «Μπαλκανικούς αδερφοποιτούς» της «κατασπαρασμένης Ανατολής», Ελληνες, Σέρβους, Μαυροβουνιώτες και Βούλγαρους· να υποθέσει άραγε κανείς εδώ ότι ο Μεσολογγίτης ποιητής έστειλε κι ένα προσωπικό προσκλητήριο στον Σταυρίδη-Παρλίτσεφ, αφού αυτός υπήρξε (ή ονομάστηκε, μόνος του ή από άλλους, «χρήστες» της ιστορίας του), και Ελληνας και Σλάβος και Βούλγαρος; Ο Παλαμάς και πάλι, πάντως, όσο εθνικός ποιητής κι αν ήταν (ή ίσως ακριβώς επειδή ήταν εθνικός), δεν εμποδίστηκε να γράψει στα «Σατιρικά Γυμνάσματα» στίχους που μάλλον δεν συνάδουν με την κατεστημένη άποψη περί καθαρότητας: «Στο αίμα μου κρατώ κι από μια στάλα / ξένες κι οχτρές κάθε λογής πατρίδες. / Και βουργάρα η ψυχή μου και τουρκάλα».

Διδάχους τους θεωρούμε τους ποιητές, κι έτσι συνήθως τους χρησιμοποιούμε κι αυτούς και τους στίχους τους, ενίοτε και το βίο τους, δεν ξέρω όμως αν όντως μπορούν να διδάξουν. Μπορούν πάντως να δείξουν κάτι, έτσι όπως μετέχουν, ζώντας και γράφοντας, στην Ιστορία: πως η Ιστορία είναι ρευστή, όχι παγωμένη, και πως όταν γεννιόμαστε, όταν μεγαλώνουμε, όταν μαθητεύουμε, δεν βρίσκουμε μπροστά μας μια Ιστορία ατόφια, καθαρότατη, αλλά μια Ιστορία που εμπεριέχει τις αναγνώσεις, τις ερμηνείες και τις μυθοπλαστικές προσαρμογές που έχει υποστεί εν τω μεταξύ, και οι οποίες δεν είναι τόσο άδολες όσο θα θέλαμε να είναι ή όσο νομίζουμε πως είναι. Ακόμα κι αν δεχτούμε ότι ο καθένας είναι η καταγωγή του, τίποτε δεν αποκλείει να συνυπάρχει το δόγμα αυτό με ένα άλλο, ότι ο καθένας είναι η βιβλιογραφία του· όσο ξανοιγόμαστε στην ποικίλη ιστοριογραφία, και στην «αντίθετή μας», τόσο εξοικειωνόμαστε με την ιδέα πως η Ιστορία δεν είναι ποταμάκι που μπορούμε να το μανουβράρουμε, αλλά πέλαγος.