ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Μάθημα ζωής η συμβίωση με τα παιδιά

«Το να είσαι ενήλικας και να έχεις παιδιά ή το να είσαι παιδί και να ζεις με ενήλικες σημαίνει να μαθαίνεις για την αγάπη και τον πόνο, την τρυφερότητα και τον θυμό, να δίνεις και να παίρνεις…». Η Suzanne Lebeau είναι μια διάσημη συγγραφέας έργων για παιδιά. Ζει στον Καναδά όμως πριν από λίγες μέρες βρέθηκε στην Αθήνα ειδικά για «Το Δρακούδι». Το τρυφερό, βραβευμένο έργο της που απευθύνεται σε όλη την οικογένεια (από θεατές 5 ετών και άνω) έκανε πρεμιέρα στο θέατρο Πόρτα της Ξένιας Καλογεροπούλου (10/5) σε μια συμπαραγωγή της Μικρής Πόρτας με τα Δημοτικά Θέατρα της Καβάλας και της Κέρκυρας.

Το Δρακούδι που μεγαλώνει σε ένα απομονωμένο σπίτι στο δάσος, έγινε έξι χρονών και πάει για πρώτη φορά σχολείο. Γρήγορα καταλαβαίνει ότι είναι διαφορετικός από τα άλλα παιδιά και η μητέρα του αποκαλύπτει ένα τρομερό μυστικό. Στις φλέβες του κυλάει αίμα Δράκου. Από τον πατέρα του έχει πάρει μια άγρια όρεξη για ωμό κρέας. Από τη μητέρα του, αντίθετα, τη λαχτάρα να ζήσει ειρηνικά και αρμονικά με τους άλλους. Το αγόρι αποφασίζει να ξεφύγει με κάθε θυσία από τη μοίρα του. Για να το κατορθώσει πρέπει να περάσει τρεις τρομερές δοκιμασίες. Γενναίος και πεισματάρης όπως είναι θα τα καταφέρει. Παρακολουθώντας το «Δρακούδι» μπαίνουμε πολύ βαθιά στον πλούσιο και μυστηριώδη κόσμο του παραμυθιού. Μέσα από την ιστορία του αναγνωρίζουμε την πάλη ανάμεσα στο καλό και το κακό που υπάρχουν πάντα μέσα μας.

«Τα παιδιά βλέπουν τα πάντα στην καθημερινή ζωή. Απλά δεν έχουν τον χρόνο και τη δυνατότητα να μιλήσουν γι’ αυτά με έναν λογικό τρόπο. Το θέατρο είναι ο χώρος όπου μπορούν να τεθούν σημαντικά θέματα που οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν. Μέσα από το θέατρο η τέχνη έρχεται πιο κοντά στη ζωή…», ήταν μερικά από τα λόγια της Σουζάν Λεμπό στη συνάντησή της με μια μικρή ομάδα δημοσιογράφων λίγες μέρες μετά την πρεμιέρα. Μια ζεστή κουβέντα για την δουλειά της με τα παιδιά και όλα όσα έχει μάθει από αυτά. «Είναι λάθος να προσπαθούμε να διαχωρίσουμε τον κόσμο των παιδιών από τον κόσμο των ενηλίκων. Ζούμε στον ίδιο κόσμο, έχουμε τις ίδιες ανάγκες. «Τα παιδιά έχουν τα ίδια ερωτήματα με εμάς», «Τα παιδιά συνεχώς ανακαλύπτουν κάτι καινούργιο, πάντα ρωτάνε γιατί. Δεν υπάρχουν συγκεκριμένες απαντήσεις γι’ αυτό προσπαθώ πάντα να βλέπω μέσα από τα μάτια των παιδιών». «Τα παιδιά ενδιαφέρονται για το στοιχείο του κακού που υπάρχει μέσα σε όλους μας. Οι ενήλικες είναι αυτοί που φοβούνται τις σκληρές ιστορίες του ατελούς κόσμου τους…».

Το δικαίωμα να μην έχω δίκιο

«Ελευθερία είναι να εκφράζεσαι με την προσωπική σου λογοτεχνική γλώσσα ακόμα κι αν οι αντιστάσεις που συναντάς είναι πολύ σκληρές τόσο σχετικά με τη φόρμα όσο και με το περιεχόμενο. Σπάνια συναντάς αντιστάσεις από την πλευρά των παιδιών που είναι ευέλικτα και διαθέσιμα, περισσότερο από τη μεριά των ενηλίκων που γίνονται υπερβολικά λογικοί, καρτεσιανοί και σχολαστικοί όταν πρόκειται για την τέχνη και το παιδί. Απαιτούν σαν πρώτο κριτήριο αξιολόγησης τα παιδιά να έχουν καταλάβει. Εχω πάντα τον πειρασμό να τους ρωτήσω: «να έχουν καταλάβει τι». Η καθαρή και ξερή κατανόηση είναι λοιπόν ο βασικός ρόλος του θεάτρου; Και μπορεί να συνδυαστεί με τον πλούτο της γλώσσας, τα διάφορα στρώματα των αισθήσεων, τη δυνατότητα να μπαίνεις σε έναν κόσμο και να ακολουθείς τα χιλιάδες μονοπάτια του; Για να καταλάβουν τα παιδιά μέσα σε τόσο στενά περιθώρια θα πρέπει ο συγγραφέας να πιστεύει ότι κατέχει την αλήθεια, ότι δέχεται να τη διατυπώσει και ότι ο κάθε θεατής καταλαβαίνει το ίδιο μήνυμα και το εξηγεί με τα ίδια λόγια.

Διεκδικώ το δικαίωμα να μην έχω δίκιο, να μοιράζομαι με τους θεατές (ενήλικους και παιδιά) μια προσωπική άποψη μεροληπτική και αμφισβητήσιμη. Μου φαίνεται απλοϊκό να ζητάμε από τα παιδιά μετά την παράσταση μια περίληψη του έργου. Το να καταλαβαίνεις μια ιστορία και να την αφηγείσαι είναι η άλφα βήτα του θεάτρου. Οπως για τον ηθοποιό το να αποστηθίσει το κείμενο του ρόλου του. Η πραγματική δύναμη του θεάτρου υπάρχει πολύ περισσότερο σ’ αυτά που δεν λέγονται, στα ίχνη που αφήνουν στο υποσυνείδητο του παιδιού το φως, η παύση, ο ρυθμός και που χωρίς να το ξέρει θα το τροφοδοτούν για χρόνια… κάτι που είναι βέβαια δύσκολο να μετρηθεί. Καθώς το σύνορο που χωρίζει αυτά που μπορούμε κι αυτά που δεν μπορούμε να λέμε στα παιδιά, μετακινείται ανάλογα με τα ρεύματα, τη μόδα, τις εποχές ή ανάλογα με κάθε ενήλικο που το θέμα τον αφορά και τον προβληματίζει, επέλεξα να παραμείνω κοντά στα παιδιά και σε μια διαδικασία μόνιμων ερωτήσεων».

Παγκόσμια αναγνώριση

Η Σουζάν Λεμπό θεωρείται διεθνώς μια εξέχουσα προσωπικότητα στον χώρο του θεάτρου για παιδιά και όχι μόνο. Γεννήθηκε στο Κεμπέκ του Καναδά. Το 1966 έφηβη ακόμη άρχισε ν’ ασχολείται με το θέατρο. Σπουδάζει αρχικά στο Μόντρεαλ και αργότερα στο Παρίσι κοντά στον Etienne Decroux. Υστερα από μια χρονιά στην Πολωνία όπου σπούδασε παντομίμα και κουκλοθέατρο γυρίζει στην πατρίδα της και ιδρύει μαζί με τον Gervais Gaudreault τον θίασο Caroussel. Σιγά σιγά αρχίζει να παραμελεί την υποκριτική και να ασχολείται συστηματικά με το γράψιμο και ειδικότερα με κείμενα που προορίζονται για παιδιά. Δίδαξε για δεκατρία χρόνια γραφή για παιδιά στη Σχολή Θεάτρου του Καναδά, ενώ συχνά καλείται να δώσει σεμινάρια σε συγγραφείς, καλλιτέχνες και εκπαιδευτικούς ανά τον κόσμο. Το «Δρακούδι» έχει μεταφραστεί στα αγγλικά, ισπανικά, ιταλικά, γερμανικά, πορτογαλικά, καθώς και στη γλώσσα των Μάγια. Εχει επίσης παρουσιαστεί με επιτυχία σε πολλά διεθνή φεστιβάλ και έχει βραβευτεί από τη Θεατρική Ακαδημία του Κεμπέκ (1999) και από το Φεστιβάλ Τεατράλια της Μαδρίτης (2000).

Η συγγραφέας για «Το Δρακούδι»

Πολλές φορές κατά τη διάρκεια της συζήτησής μας η Σουζάν Λεμπό σταμάτησε, σκεπτόμενη τον καλύτερο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να εκφραστεί για «Το Δρακούδι». Αυτό το ποιηματάκι που έγραψε για το πρόγραμμα της παράστασης τα λέει όλα…

Στο βάθος της σκηνής ζωγράφισα ένα δάσος

με όλες τις αποχρώσεις της μέρας και της νύχτας

από το πράσινο ώς το μαύρο

κι από το μαύρο ώς το πράσινο.

Το δάσος για το μυστήριο, για τον ήχο του αέρα που φυσάει

και τον λύκο

που στη μνήμη μας τον έχουμε γραμμένο σαν εχθρό

Χάραξα με κόκκινο, με μεγάλες πινελιές

τους πόθους του γιου ενός δράκου

που στα έξι του χρόνια

έμαθε στο σχολείο τη λέξη «πατέρας».

Αφησα το τέλος να μου επιβληθεί από μόνο του

μ’ όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου

ένα ξέφωτο στο δάσος

μια ανακωχή ανάμεσα στον εαυτό μας και τον κόσμο.

Γιατί το Δρακούδι μπορεί να είναι ένα σημερινό παραμύθι

τα σύμβολά του όμως τα αντλεί από την παράδοση.

Το Δρακούδι, με τα έξι του χρόνια

με την ασυνήθιστη δύναμή του και τη φοβερή του κληρονομιά

μας συμφιλιώνει με όσα έχουμε μέσα μας

με το καλύτερο και με το χειρότερο.