ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Φιλοτεχνώντας μόνοι μας τον ιδανικό αναγνώστη

Πριν από μερικές μέρες συμμετείχα σε εκδήλωση που οργάνωσε η Αίθουσα Λόγου και Τέχνης 104. Ο κόσμος όχι πάνω από δέκα-δώδεκα άτομα, η αίθουσα όμως καθόλου άδεια. Καθισμένοι στα μικρά τραπεζάκια καφενείου γύρω από τους δύο εισηγητές επί μιάμιση ώρα, παρακολουθήσαμε μια ζεστή λογοτεχνική συγκέντρωση.

Οι ομιλίες φροντισμένες, γραμμένες με κέφι, θα έλεγα με μπρίο αντίστοιχο προς τη διάθεση που ασφαλώς κατείχε τον τιμώμενο συγγραφέα της βραδιάς Ξενοφώντα Α. Κοκόλη, όταν συνέθετε τις τριάντα καβαφικές του παρωδίες. Ομιλητές, οι ποιητές Δημήτρης Δασκαλόπουλος και Δημήτρης Καλοκύρης. Διασκεδάσαμε με τις απροσδόκητες μεταμορφώσεις της οικείας καβαφικής μυθολογίας. Κάτω από την κωμική παράφραση του ειρωνικού ύφους του Αλεξανδρινού, ανακαλύψαμε τον καινούργιο ποιητικό τόνο της φωνής του Ξενοφώντα Κοκόλη. Και μαζί απολαύσαμε κάτι ακόμα.

Αυτόν τον τόσο διαφορετικό τρόπο του σχετίζεσθαι που σου προσφέρει η ποίηση, η μελέτη, η δοκιμιογραφία. Ατελείωτες ώρες έρευνας, έμπνευσης, γραφής, αμέτρητος χρόνος δουλειάς χωρίς καμιά απολύτως προσδοκία οικονομικού κέρδους, καμιά προοπτική μαζικής δημόσιας προβολής. Αλλά τότε προς τι; Ποιος είναι ο παραλήπτης; Οι γνωστοί παλιοί καλοί φίλοι κι όσοι καινούργιοι είναι πρόθυμοι να σχετισθούν μαζί μας στη βάση της εκλεκτικής συγγένειας, με στόχο την αμοιβαία αναγνώριση της γενναιόδωρης πνευματικής προσφοράς, της ανιδιοτελούς στοχαστικής αναζήτησης, του καλού γούστου.

Γέλασα όταν προ ημερών συμπαθής ψυχαναλυτής με διαβεβαίωσ ότι δεν εξέδωσε το βιβλίο του για λόγους κέρδους, αλλά για λόγους αυτοΐασης. Μόνον οι θεράποντες θεσμοθετημένων οικονομικά επαγγελμάτων αισθάνονται την ανάγκη να παράσχουν παρόμοιες διευκρινίσεις. Στον χώρο της ποίησης και της λογοτεχνικής μελέτης τέτοιες κουβέντες δεν ακούγονται ποτέ: είναι απολύτως περιττές ώς εντελώς αυτονόητες. Διότι γνωρίζουμε πολύ καλά πως δουλεύουμε μονάχοι μας, κυνηγώντας έναν ιδανικό τόνο. Αυτοχρηματοδοτώντας την εργασία μας. Εχοντας τη βεβαιότητα ότι οι παραλήπτες της θα είναι ελάχιστοι. Χωρίς να γνωρίζουμε ποιοι, αν εξαιρέσουμε τους πολύ στενούς φίλους. Λογοδοτώντας στην πραγματικότητα μόνο στον εαυτό μας – στον αυστηρότατο, ανελέητο κριτή που βρίσκεται εντός μας. Με ακλόνητες βεβαιότητες και απειράριθμες αμφιβολίες.

Φιλοτεχνώντας, επίσης, μόνοι μας τον ιδανικό αναγνώστη. Και απολαμβάνοντας αυτό το ελάχιστο που μοιάζει να είναι ταυτόχρονα το παν – τη ζεστή ατμόσφαιρα μιας βραδιάς όπου νιώθουμε πως μοιραζόμαστε όλοι το ίδιο πράγμα.