ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ο Φρόιντ και η ψυχανάλυση

Τι μπορεί να μας δείξει μια ιστορία της ψυχανάλυσης σήμερα; Την πορεία της διαμόρφωσης ιδεών που σήμερα παίρνουμε ως δεδομένες. Πώς γεννήθηκαν, αναπτύχθηκαν και επιβλήθηκαν ιδέες που σήμερα πια δεν είναι καν ιδέες αλλά απόψεις και μέρη του ψυχικού μας τοπίου. Ο ψυχαναλυτής και καθηγητής της Ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο Ροκφέλερ George Makari με το βιβλίο του Revolution in Mind: The Creation of Psychoanalysis (εκδ. Duckworth, 613 σελ., 20 στερλίνες) οδηγεί τους αναγνώστες μέσα στον πνευματικό εκείνο κυκεώνα που έθρεψε την ψυχανάλυση πριν αυτή κρυσταλλωθεί σε συμπαγές δόγμα. Στο κέντρο βέβαια στέκει ο Ζίγκμουντ Φρόιντ, αλλά ένας Φρόιντ που ακόμη πειραματιζόταν με τις ιδέες, προσεταιριζόταν ή απέρριπτε θεωρίες, μετέτρεπε και ολοκλήρωνε τις δικές του.

Απόλυτες ερμηνείες

Γιατί τότε, πριν από περίπου έναν αιώνα, όλα ήταν ρευστά. Είναι γενικότερα αποδεκτό σήμερα, ότι η ιδέα του υποσυνειδήτου δεν ήταν αποκλειστικότητα του Φρόιντ αλλά, από φιλοσοφική άποψη, πήγαινε πίσω στον Νίτσε και τον Σοπενχάουερ και η απαρχή της, ακόμη πιο πίσω, στον Χιουμ και τον Λοκ, και από επιστημονική άποψη, στον Φέχνερ και τον Χέλμχολτς του 19ου αιώνα. Ο Μάκαρι όμως κατορθώνει να αναβιώσει, καθώς γράφει η Τζέιν Ογκρέιντι στην «Γκάρντιαν», τον πυρετό κα τον αναβρασμό που επικρατούσε στην Ψυχολογική Εταιρεία, το φερέφωνο του Φρόιντ, η οποία ξεκίνησε το 1902 ως τακτικές συναντήσεις μιας ομάδας συναδέλφων του στο σπίτι του. Εξελίχθηκε στη μεγάλη Ψυχαναλυτική Εταιρεία της Βιέννης, η οποία διήρκεσε έως την προσάρτηση της Αυστρίας από τη ναζιστική Γερμανία, το 1938. Στις συναντήσεις τους, τα μέλη της παρουσίαζαν τη δουλειά τους και συζητούσαν τις θεωρίες του Φρόιντ, ο οποίος είχε και τη δυνατότητα να τις διαγράφει. Ορισμένοι τους ανακάλυπταν αργότερα ότι είχε ενσωματώσει δικές τους ιδέες στις αναθεωρημένες δικές του. Αυτό δεν είναι κάτι ασυνήθιστο. Κάθε θεωρία υπόκειται σε αλλαγές, οι οποίες συνήθως είναι ιδέες άλλων. Εάν, όμως, κάποιοι αναγνώστες εγκαταλείψουν το βιβλίο τούτο με καχυποψίες για την ψυχανάλυση, τούτο δεν θα οφείλεται στην κατάδειξη των λογοκλοπών του Φρόιντ, που άλλωστε δεν είναι κάτι καινούργιο. Αλλά στην αναγνώριση πόσο αυθαίρετες ήταν οι θεμελιώδεις ιδέες της ψυχανάλυσης και πόσο μικρό κριτήριό τους ήταν η αλήθεια.

«Ο Φρόιντ αρέσκεται στις απόλυτες και καθολικές ερμηνείες», είπε ο Γιόζεφ Μπρόιερ, ένας από τους πολλούς (ο Φλις ήταν ένας άλλος) με τους οποίους είχε δυνατή φιλία αρχικά και μετά τη διαφωνία τους, έντονη εχθρότητα. Για τον Φρόιντ μία και μόνη βαθύτερη εξήγηση υπήρχε -έπρεπε να υπάρχει- για ένα φαινόμενο. Στην περίπτωση των ονείρων, ήταν ότι αυτά είναι συμβολικές εκφράσεις επιθυμιών. Εάν τα όνειρα των ασθενών του Φρόιντ έδειχναν το ακριβώς αντίθετο αυτών που επιθυμούσαν, τότε οι επιθυμίες θα πρέπει να ήταν κρυφές ή καλυμμένες επιθυμίες – συνήθως σεξουαλικές.

Ενίοτε ο Φρόιντ υπέκυπτε στην πραγματικότητα. Οι εμπειρίες των βετεράνων του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου που έπασχαν από εφιάλτες, τον έσπρωξαν να αλλάξει τις θεωρίες του για τα όνειρα και να προσεταιριστεί τη θεωρία του Ερνστ Ζίμελ για την κάθαρση. Τελικά εγκατέλειψε κάθε προσπάθεια αιτιολόγησης των νευρώσεων με πραγματικά γεγονότα, και στράφηκε περισσότερο στις φανταστικές αιτίες. Αυτές τουλάχιστον, ως φανταστικές, δεν μπορούν ούτε να αποδειχθούν αληθείς ούτε να απορριφθούν για ψευδείς.

Ο Φρόιντ είχε έναν περίεργο τρόπο να βλέπει στη συμπεριφορά των ασθενών την επιβεβαίωση των εκάστοτε θεωριών του. Στην περίπτωση της Dora η απάντηση βρισκόταν στην παιδική της ηλικία και εάν τίποτε εκεί δεν ερμήνευε τα μετέπειτα συμπτώματα, επέμενε ότι στοιχεία της τωρινής συμπεριφοράς της -ο τρόπος που δίπλωνε τα πόδια ή έσφιγγε στα χέρια της την τσάντα- ήταν συμβολική επιβεβαίωση της διάγνωσής του. Οσο πιο έντονα ο ασθενής το αρνιόταν, τόσο περισσότερο αλήθευε το αντίθετο από εκείνο που ισχυριζόταν.

Αυτό είναι τελικά το μεγάλο πρόβλημα στην ιστορία της ψυχανάλυσης – η πραγματικότητα. Στραμμένη στην ανεύρεση ερμηνειών στον εσωτερικό κόσμο αποκλειστικά, δεν έβλεπε τον εξωτερικό. Παρέβλεπε την πραγματικότητα του κόσμου, έξω από εμάς. Διαβάζοντας την ιστορία της ψυχανάλυσης, στο καλό αυτό βιβλίο, μαθαίνει κανείς χιλιάδες λεπτομέρειες, στοιχεία, ιδέες, θεωρίες, μεταβολές τους. Αλλά δεν μαθαίνει τι γινόταν έξω από αυτές. Τον καιρό εκείνο η Γερμανία έβραζε. Δίχως να συνειδητοποιούν το μέγεθος της κρίσης, οι γιατροί, οι επιστήμονες, οι διανοούμενοι εκείνοι (μάλιστα πολλοί από τους οποίους ήταν Εβραίοι) ασχολιόνταν με τον εαυτό τους, τις θεωρίες τους, δίχως να βλέπουν ότι η Ρώμη καιγόταν.

Ευσεβής πόθος

Αυτά ο συγγραφέας δεν τα λέει. Γράφει με σεβασμό και δέος εμπρός στον Φρόιντ και την ψυχανάλυση, σαν να μη συνειδητοποιεί ότι έτσι παρουσιάζει και τους δύο μέσα σε ένα γκροτέσκο φως. Ισως όμως και να το αναγνωρίζει, ειδάλλως δεν θα προσέθετε στο τέλος έναν παιάνα υπέρ της ψυχανάλυσης, ο οποίος μοιάζει με εκπλήρωση ευσεβών πόθων.