ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Το διαχρονικό θέατρό μας

Βάλτερ Πούχνερ

Μνείες και Μνήμες

Δέκα θεατρολογικά μελετήματα

εκδ. Παπαζήση, σελ. 597

Είναι κοινός τόπος, στο πλαίσιο της ελληνικής γραμματείας, κυρίως της Ιστορίας, της Δοκιμιογραφίας και της Τέχνης, μια διαχρονική και βέβαιη μέριμνα για την τεκμηρίωση της ιστορικής συνέχειας του έθνους. Αξιομνημόνευτοι δείκτες, βέβαια, ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος και ο Νικόλαος Πολίτης.

Ο Βιεννέζος πανεπιστημιακός καθηγητής και αντεπιστέλλον μέλος της Αυστριακής Ακαδημίας Επιστημών Βάλτερ Πούχνερ, πολυγραφότατος και πολυβραβευμένος θεατρολόγος, που υπηρετεί το γνωστικό αντικείμενο της επιστήμης του τριάντα και πλέον χρόνια από την ελληνική πανεπιστημιακή έδρα, μέσα από μια πολυθεματική έρευνα και σύνθεσή του των τελευταίων πρόσφατων χρόνων, «Μνείες και Μνήμες», υπερθεματίζει, με την ξεχωριστή ελληνικότητά του, αυτή τη διαχρονική μέριμνα. Από τα δέκα ποικιλώνυμα κείμενα – κεφάλαια της πολυσέλιδης έκδοσής του, με κοινό, βέβαια, γνωστικό αντικείμενο το ελληνικό θέατρο και τη διαχρονικότητά του, αναδεικνύεται υποφώσκων, αλλ’ ωστόσο δυναμικός κι απαραίτητος συνδετικός κρίκος, ο μίτος της ιστορικής διαχρονικότητας και της ελληνικής μας παράδοσης. Στον τίτλο και μόνο του πρώτου κεφαλαίου της σύνθεσής του, «Οι τύχες της θεατρικής ορολογίας της αρχαιότητας στην ελληνική παράδοση», ο συγγραφέας προδίδει τον κομβικό στόχο του, να δηλώσει δηλαδή την αδιάλειπτη συνέχεια της ελληνικής θεατρικής παραγωγής από την κλασική αρχαιότητα έως το πρόσφατο παρελθόν, έως τα πρώιμα δραματικά έργα του Ιάκωβου Καμπανέλλη.

Επιρροές και αφομοιώσεις

Είναι, πράγματι, τόσο συγκινητικό, όσο και επιστημονικά τεκμηριωμένο, ό,τι εισπράττει ο ειδικός «επισκέπτης», αλλά και ο απλός αναγνώστης ακολουθώντας τον διακεκριμένο θεατρολόγο στην πολυθεματική θεατρολογική διαδρομή του, όπου επισημαίνονται και αξιολογούνται επιρροές και αφομοιώσεις, στο πλαίσιο πάντοτε των ιστορικών, πολιτικών και γεωγραφικών τυχών του έθνους.

Ο Βάλτερ Πούχνερ, σε πρώτο πλάνο, αναζητεί και επισημαίνει την επιβεβαίωση και την παράδοση στοιχείων της αρχαίας ελληνικής θεατρικής ορολογίας στους ελληνιστικούς, βυζαντινούς και μεταβυζαντινούς χρόνους, ενώ παράλληλα, στο δεύτερο κεφάλαιο, ανιχνεύει επιρροές από τη Δύση, κυρίως της ιταλικής commedia dell’ arte, στην ελληνική θεατρική πραγματικότητα των μεταβυζαντινών και νεότερων χρόνων, με ιδιαίτερη στόχευση της έρευνάς του (κεφ. 4) στη θεατρική λαϊκή παράδοση των νησιών του Ιονίου, όπου υπογραμμίζει γι’ άλλη μια φορά τη γνωστή, βέβαια, σύζευξη των αστικών και λαϊκών στοιχείων, καθώς και των βυζαντινών και δυτικών. Εκεί ο διακεκριμένος νεοελληνιστής επαναλαμβάνει ό,τι σε παλαιότερο δημοσίευμά του (1999) είχε υπογραμμίσει, ότι δηλαδή «τα Ιόνια νησιά αποτελούν και τη μοναδική γεωγραφική και ουσιαστική ραχοκοκαλιά της ιστορίας του νεοελληνικού θεάτρου με μια συνεχή παρουσία θεατρικών παραστάσεων και δραματικών έργων από τον 16ο αι. έως τον 20ό αι.».

Με ελληνικές κοινωνικές θεατρικές σάτιρες (κεφ. 5), που σώζονται σε δύο χειρόγραφα – κώδικες των Κρατικών Αρχείων της Ρουμανικής Ακαδημίας στο Βουκουρέστι, ο Πούχνερ σταθμεύει στην ιστορική προεπαναστατική περίοδο και στον ελληνικό διαφωτισμό, για να περάσει αμέσως (κεφ. 6) στα «μετόπισθεν», όπως ο ίδιος σημειώνει, της μεγάλης ελληνικής επανάστασης αναδεικνύοντας από τη θεατρική παραγωγή της Σάμου τον αγώνα του νησιού για την ένωσή του με την ελεύθερη Ελλάδα (1830-1834). Ο συγγραφέας, λάτρης και χαλκέντερος θεράπων του μεγάλου ελληνικού αγώνα μέσα από το θέατρο, προβαίνει σε σύντομη αναφορά δραματικών έργων με «κρυπτική πατριωτική αναφορικότητα στην Επανάσταση» και, εμμένοντας στη σχετική δραματουργία της Σάμου, μέσα από το έργο του Γεωργίου Κλεάνθη, υπογραμμίζει, υπό τύπον μηνύματος, την έκκληση προς τους πολιτικούς αντιπροσώπους «να πάρουν σκληρή στάση στις διαπραγματεύσεις με τις μεγάλες Δυνάμεις» σχετικά με την τύχη του νησιού. Εκεί, κατ’ αυτή την προσέγγιση, ο Πούχνερ αναγνωρίζει απόηχους του Ρήγα: «Ραγιάδες δεν γενόμαστε, Τούρκους δεν προσκυνάμε», «σήμερα, σήμερα θα ‘δω, σήμερα θα το μάθω αν έκαμα και έχω γυιούς, κι είν’ άξιοι ν’ αποθάνουν», «ο άνθρωπος εις άνθρωπο, στοχάζομαι, δεν πρέπει, ουδέ να λέγεται ποτέ, ουδέ να είναι δούλος».

Πόλεμος και Κατοχή

Στα δύο τελευταία κεφάλαια, στο στόχαστρο η κατοχική Αθήνα και τα γερμανικά στρατόπεδα, όπως προβάλλονται μέσα στη θεατρική παραγωγή των Ηλία Βενέζη και Ιάκωβου Καμπανέλλη. Η επιλογή της εν λόγω εργογραφίας παραπέμπει τον συγγραφέα στην επισήμανση και την αξιολόγηση συγκριτικών στοιχείων ανάμεσα στους επιλεγόμενους θεατρογράφους της μεταπολεμικής δραματουργίας, στους οποίους, όπως ο ίδιος σημειώνει, καταγράφει «οδυνηρές παραλληλίες», ιδιαίτερα στο «Μπλοκ C» του πρώτου και στο «Κρυφό Ηλιο» του δευτέρου. Εκεί, τα κρατητήρια των Γερμανών, οι αντιστασιακοί και ευρύτερα οι πολιτικοί κρατούμενοι, οι μοιραίες τύχες των Ελλήνων κρατουμένων, οι τραγικές ώρες της αμέσως μεταπολεμικής Ελλάδας, τα πέτρινα χρόνια του διχασμού, τα ιδανικά, οι ήρωες και τα πρότυπα της σωστής πατριωτικής συμπεριφοράς, όλα δηλαδή τα στοιχεία της ακροβασίας του Πούχνερ κατά την πορεία της προσέγγισής του, συνιστούν και την ιστορική πορεία του έθνους.

Ετσι ο συγγραφέας του «Μνείες και Μνήμες», ενώ στον Βενέζη εντοπίζει ειδικότερα «το κοινωνικό πανόραμα της κατοχικής περιόδου» με τον ηρωικό θάνατο για την ελευθερία, στα έργα του Καμπανέλλη, με ένα νοητικό διασκελισμό και πρόθεση ανακεφαλαιωτικής διαδικασίας του κεντρικού μίτου ολόκληρης της σύνθεσής του, θα επισημάνει και θα αναδείξει τη γενικότερη προσπάθεια της θεατρικής παραγωγής μας για τη συνέχεια των ελληνικών παραδόσεων, για τη βέβαιη σύζευξη του παλαιού με το καινούργιο. Μπορούμε, πράγματι, να πούμε ότι η παρούσα εργασία του Βάλτερ Πούχνερ προσθέτει έναν ακόμη θεμελιακό λίθο, κι από την ειδικότερη σκοπιά της Τέχνης, στην άποψη για την ιστορική συνέχεια του έθνους.

* Ο κ. Γεώργιος Ν. Μοσχόπουλος είναι τ. καθηγητής του Πανεπιστημίου Πατρών.