ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Τραγική πινακοθήκη του αίματος

Ευριπίδης

Φοίνισσαι

σκην.: Σ.Α. Ευαγγελάτος

Θέατρο: Αμφι-θέατρο

«Με μια βουή
οι μεγάλες μέρες πέρασαν
μα λάμπει ακόμα ο θάνατος
πληθαίνει το αίμα».
Τακης Σινοπουλος
«Η νύχτα και η αντίστιξη», 1959

Στην εκτενέστερη τραγωδία της γραμματείας μας, τις «Φοίνισσες», περικλείεται θεματικά όλος ο θηβαϊκός κύκλος, μαστός που έθρεψε έργα όχι και λίγα. Το τραγικό της ανθρώπινης ύπαρξης εικονίζεται εδώ μέσα από τη δραματική σώρευση των αντιθέτων, αντί να βασιστεί στη συνήθη τεχνική της κλιμάκωσης και της κορύφωσης. Απανωτές περιγραφές σχεδόν ομηρικών εικόνων, οργίλων ηθών, ακραίων διλημμάτων και οριακών συγκρούσεων συγκρατούν το ενδιαφέρον και του σύγχρονου θεατή, χωρίς να διαταράσσουν ιδιαίτερα λόγω του «περιπαθούς άγαν» του πράγματος την ισορροπία δραματικού και λυρικού στοιχείου. Κι αν ακόμη ένας φανατικός της αριστοτελικής συνταγής εγκαλούσε το έργο τούτο για πλεοναστική χρήση του επικού υλικού έναντι της μετρήσιμης λυρικής του περιουσίας, τα δύο πρώτα τουλάχιστον χορικά τον αποζημιώνουν.

Η κατάρα είναι υπερχρονική, την αναθερμαίνουν Αρης και Διόνυσος εσαεί. Πίσω από το πολυάνθρωπο της τραγωδίας και τη συγκέντρωση τόσων αντίξοων περιστάσεων, κρύβεται το Πεπρωμένο, όταν, συχνά, δανείζεται τη μορφή του συνωστισμού των δεινών. Τότε οι άνθρωποι, εξημμένοι, τρέχουν να σωθούν απ’ τον καταιγισμό και τη βουή των «πλησιαζόντων γεγονότων» χωρίς, όπως εδώ, πολλές φιλολογίες, ενδοιασμούς, αποχρώσεις συμπεριφορών και πισωγυρίσματα. Οι χαράξεις των πράξεων είναι άμεσες και βαθιές, αδρά τα περιγράμματα και η Ανάγκη δράσης (και εντεύθεν ύβρεως) αδήριτη. Τι άλλο προλαβαίνεις τότε, είναι σαν να μας εμπιστεύεται με την τεχνική του αυτή ο Ευριπίδης, παρά ασθματικά να καταγράψεις για να «μιμηθείς» το ποδοβολητό της Μοίρας;

Η παράσταση

Δεν νεωτέρισε ο Σπύρος Ευαγγελάτος – μήπως στην παρούσα φάση νεωτερισμός είναι η επάνοδος στην παράδοση; Αυτό δεν σημαίνει πως δεν εκόμισε έμπνευση: όλος ο τραγικός πληθυσμός, μαζί και ο πολυδουλεμένος απ’ τον σκηνοθέτη Χορός, βάδιζε πάνω σε εγκαταλελειμμένες ράγες τρένου – που δήλωναν αντιπολεμική θέση όπως και αδήριτη μοίρα προσφυγιάς και ξεκληρίσματος. Ενα τέτοιο, βαθύτερα λαϊκό, έργο ποικιλίας χαρακτήρων και συγκρούσεων καθώς και καταιγιστικών μεταβολών στη δράση επιζητεί μετωπική αντιμετώπιση του κειμένου, λαγαρή εκφορά, σχεδόν αστόλιστη, ρεαλιστική και καθαρή περπατησιά. Αυτά τα αιτήματα ικανοποιήθηκαν πλήρως από τον σκηνοθέτη και τους συντελεστές και μερικώς από τους υποκριτές. Η λαμπρή τραγική, αλλά μαζί ηθική και πατριωτική διάνοια της μετάφρασης του Κ. Χ. Μύρη παρέσχε επίσης μουσική σ’ έναν λόγο που οφείλει να ρέει και έρρεε κατά την ταχύτητα της δράσης, συγχρόνως όμως στιζόταν στις αποφθεγματικές ρήσεις με δωρική καιριότητα. Η αποχρονικοποίηση που ζήτησε ο σκηνοθέτης υπηρετήθηκε με επιτυχία από τα οιονεί σύγχρονα, ορθώς «συνοφρυωμένα» κοστούμια και το τοπίο άλλοτε ερήμωσης και άλλοτε υπολειμμάτων ανθρώπινων μελών πολεμικής σύρραξης του Γιώργου Πάτσα. Ο Θάνος Μικρούτσικος παρακολούθησε με πένθιμες, επικές ή λυρικές μουσικές παρεμβάσεις τις συμπεριφορές του κειμενικά αδύναμου εδώ Χορού, καθιστώντας τον έτσι ευπρόσδεκτα κρίσιμο.

Οι ρόλοι

Θυμάμαι συγκινημένος την υπέροχη εκδοχή Μινωτή (1988) στις «Φοίνισσες» και προσωπικά τον Οιδίποδά του, αλλά δεν θα πέσω σε ανόητες παγίδες σύγκρισης: ο Πέτρος Φυσσούν ήταν μια επιβλητική και υποβλητική παρουσία Οιδίποδος, συντετριμμένου αλλά αξιοπρεπούς, όλος μια ζωντανή συμπερίληψη της ύβρεως του θηβαϊκού κύκλου. Η πολύ ισχυρή σκηνική προσωπικότητα της Αντιγόνης Βαλάκου (Ιοκάστη) φοβάμαι πως κατέφυγε πάλι σε γνωστές παλιές αγκυλώσεις ιδιόρρυθμης κίνησης και ομιλίας. Ο Στέφανος Κυριακίδης, με πυγμή και πείρα, έδωσε άνετα τόσο τον ειρηνοποιό Κρέοντα του πρώτου μέρους όσο και τον ηγετικό αλλά και συμπάσχοντα του δεύτερου. Νομίζω και επιμένω πως ο Κώστας Αθανασόπουλος δεν μπορεί να κριθεί στη γελοιογραφική φιγούρα Τειρεσία που επέλεξε ο σκηνοθέτης. Είναι μια ιδέα, αλλά μάλλον δεν λειτούργησε. Ο Παιδαγωγός του Σπύρου Μαβίδη, τόσο στην τειχοσκοπία όσο και στην αφήγηση των δεινών της αμοιβαίας αδελφοκτονίας απέδειξε έπειτα από καιρό πως «θυμάται» αναδημιουργικά την τεχνική και τον σκηνικό δυναμισμό του. Η Αντιγόνη της Τζίνης Παπαδοπούλου σημείωσε μια συμπαθή προσπάθεια. Ηταν άπελπις και τεχνική, όμως «λιγνή», χωρίς την υψηλή παρρησία της κόρης. Στο πρόσωπο του Νικόλα Παπαγιάννη (Πολυνείκης) διέκρινα μια νέα ελπιδοφόρα υποψηφιότητα για το δράμα, με ορμή και πάθος, πάθος στο οποίο απαντούσε επίσης με κύρος και μέτρο ο Ετεοκλής του Θανάση Κουρλαμπά. Ο Κωνσταντίνος Φάμης υποστήριξε με απλότητα το ευγενές πατριωτικό κίνητρο της αυτοκτονίας του Μενοικέως. Τέλος, η αγγελία του Δημήτρη Παπανικολάου, χωρίς σίγουρη σωματική παρουσία, άτεχνη και άχρωμη. Δικαιότατο αντίδωρο η αφιέρωση της παράστασης στη γεραρή χορογράφο μας Μαρία Μ. Χορς.

Σπαρακτική αισιοδοξία: ο Ευαγγελάτος είπε κι έγραψαν με μπογιά κάποια στιγμή στο τοιχίο: «Ο δ’ όλβος, ου βέβαιος, αλλ’ εφήμερος». Εδώ το θέμα σήμερα είναι αν καταλαβαίνουμε το «εφήμερος»!