ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Υμνοι του Φρίντριχ Χέλντερλιν

Φρίντριχ Χέλντερλιν: «Υμνοι, ελεγεία και αποσπάσματα». Μετάφραση – σχόλια: Θανάσης Λάμπρου. Εκδόσεις «Καστανιώτη», σελ. 206.

Το πρώτο μέρος του βιβλίου συγκεντρώνεται στην ώριμη περίοδο του μεγάλου δημιουργού, ο οποίος αγάπησε όσο ελάχιστα την ποίηση της ελληνικότητας σε όλες τις δυνατές εκφάνσεις της. Περιλαμβάνει τα περιώνυμα ποιήματά του, όπως είναι το «Αρχιπέλαγος», το «Αρτος και Οίνος», ο «Ρήνος» και η «Πάτμος». Το δεύτερο περιέχει όλα σχεδόν τα αποσπάσματα από τη δυστυχή εποχή της τρέλας, τα οποία, αξίζει να σημειωθεί, μεταφέρονται πρώτη φορά στη γλώσσα μας. Στο τελευταίο μέρος περιλαμβάνεται ένας ικανότατος ερμηνευτικός οδηγός και ένα συνοπτικό χρονολόγιο με χαρακτηριστικά χωρία από τις επιστολές του Χέλντερλιν (1770-1843). Ο τόμος συνοδεύεται από φωτογραφικό υλικό και πλαισιώνεται από άφθονα βιβλιογραφικά στοιχεία. Ο αναγνώστης έχει στα χέρια του ένα πολλαπλώς χρήσιμο εφόδιο για μια πιθανή, πάντως ζείδωρη και εμπεριστατωμένη επαναπροσέγγιση του έργου του σημαντικότερου, πέραν πάσης αμφιβολίας, λυρικού ποιητή της γερμανόφωνης λογοτεχνίας.

Ο μεταφραστής, ο οποίος ασχολείται επί σειρά γόνιμων ετών με τη μεταφορά του πολυεπίπεδου αυτού έργου σε στρωτά και εύχυμα ελληνικά, αποδεικνύεται άλλη μια φορά επαρκής: το μετάφρασμα που μας προτείνει δεν είναι απλώς πιστό και έντιμο, αλλά πρωτίστως δημιουργικό πέρασμα από το Εκείνο στο Αυτό. Στον βαθμό μάλιστα που «μόνο το βλέμμα που κοιτά προς τα πίσω / μπορεί να μας μεταφέρει μπροστά / γιατί το βλέμμα που κοιτάει μπροστά / μας φέρνει προς τα πίσω», όπως καταδήλωσε ο Νοβάλις, η παραγωγική διαμεσολάβηση του κ. Θανάση Λάμπρου τεκμηριώνει άλλη μια φορά την ενότητα του ποιητικού χρόνου, ο οποίος, ξεπερνώντας τα όρια τα οποία επιβάλλει η αυστηρή μαθηματική τάξη, συναιρεί τα πάθη τού συνήθως δύσθυμου παρόντος μέσα στην ιαματική παρακαταθήκη ενός συγκινησιακά εγγύτατου εν τέλει παρελθόντος. Δείχνοντας πεισματικά στους όμαιμους Γερμανούς την Ελλάδα σε όλη την οραματική της πληρότητα, ο Χέλντερλιν δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να διασώζει το είναι σε όλη τη χωροχρονική του τιμαλφή υφή.

Βεβαίως, σύμφωνα με τον σύγχρονό του Αρθούρο Σοπενχάουερ, «η μορφή που εμφανίζεται η βούληση είναι πάντα το παρόν, ποτέ το παρελθόν ή το μέλλονu0387 αυτά δεν υπάρχουν παρά μόνο χάριν της εννοίας και της συνάφειας της συνείδησης, διεπομένης από την αρχή της λογικής. Κανείς δεν έχει ζήσει στο παρελθόν, κανείς δεν έχει ζήσει στο μέλλον: το παρόν είναι η μορφή πάσης ζωής, είναι ένα αναφαίρετο αγαθό της». Γι’ αυτό και ο ποιητής της «Πάτμου» συστηματικά και συνειδητά ενσωματώνει μέγα χθες στο ασθματικό νυν. Ο λυρισμός στην προκειμένη περίπτωση τεκμαίρει τη διαιώνιση του ανθρωπολογικά κρισιμότατου καταπιστεύματος. Ο περιβόητος αντιγερμανισμός του Νίτσε, αλλά και του πρώτου του δασκάλου, του προαναφερθέντος Σοπενχάουερ, ο οποίος αποκαλούσε τον Γκαίτε «Ελληνα», δικαιολογείται εικότως και προσηκόντως, αν εστιάσει κανείς την προσοχή του και στην ετυμηγορία του συμπατριώτη τους Χέλντερλιν: οι κανόνες βίου οφείλουν να συμβαδίζουν με το συγκεκριμένο «καλό καγαθό».

Εστω εξ όνυχος το εξής: «Ζεις πάντα, Ισχυρέ, και στον ίσκιο γαληνεύεις των βουνών σου / Οπως παλιά μ’ αγκάλιασμα εφηβικό κλείνεις στην αγκαλιά / Σου την αγαπημένη γη κι απ’ τις κόρες σου, ω Πατέρα! / Τα νησιά σου τ’ ανθισμένα δεν χάθηκε κανένα. / Στέκει ακόμα η Κρήτη κι η Σαλαμίνα πρασινίζει και δάφνες / Τη σκιάζουν πολλές κι απ’ αχτίδες ανθίζει φως ολόγυρα την ώρα / Που χαράζει κι ένθεη σηκώνει την κεφαλή της η Δήλος και η Τήνος / Και η Χίος πορφυρούς έχουν καρπούς αρκετούς / Κι από λόφους μεθυσμένους το ποτό της Κύπρου κυλά / Και στην Καλαβρία από ψηλά χύνονται ρυάκια ασημένια, / Οπως παλιά, στα αρχαία νερά του Πατέρα. / Ολα ζουν ακόμα, οι μητέρες των ηρώων, τα νησιά, ανθίζοντας χρόνο / Το χρόνο […] Πες, η Αθήνα που πήγε; Μήπως πάνω απ’ τις τεφροδόχες αυτών / Που σε δόξασαν, η πόλη σου, η πιότερο αγαπημένη, στις ιερές αμμουδιές, / Λυπημένε θεέ!»

Οι επικλήσεις του πεπρωμένου ποιητή έχουν επιτύχει να διασώσουν ακέραιη την πρωτογενή, από κάθε άποψη, ειλικρινή ποιητική ορμή, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό, ώστε να καθιστούν απλώς ελλειμματική ηχώ ό, τι παρεμφερές ακούστηκε μετά.