ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Το σκάνδαλο «Πόρτνοϊ»

Philip Roth
«Το Σύνδρομο του Πόρτνοϊ»
Μετ. Αχιλλέας Κυριακίδης Πόλις, σελ. 316

Τον Ιανουάριο του 1969, ο 36χρονος τότε Φίλιπ Ροθ έκανε το τραπέζι στους γονείς του, σε ένα μικρό εστιατόριο του Μανχάταν. Είχε τους λόγους του. Ηθελε να τους προειδοποιήσει για το επόμενο βιβλίο που θα εξέδιδε σε λίγες εβδομάδες, το οποίο θα είχε τον τίτλο «Το σύνδρομο του Πόρτνοϊ». Αποσπάσματα του μυθιστορήματος είχαν ήδη δημοσιευθεί από το 1967 στα περιοδικά Esquire, Partisan Review και New American Review και οι πρώτες οργισμένες αντιδράσεις, κυρίως από αναγνώστες εβραϊκής καταγωγής, είχαν ήδη εκδηλωθεί. Ο επιμελητής και ο εκδότης του, αλλά και ο ίδιος ο Ροθ, ήξεραν ότι με το που θα κυκλοφορούσε το βιβλίο, οι αντιδράσεις ενδεχομένως να ήταν ακόμα πιο μαζικές και γεμάτες με ακόμα μεγαλύτερη οργή. Εκείνο το απόγευμα, λοιπόν, ο Ροθ μίλησε στους γονείς του για το βιβλίο, τους προετοίμασε γι’ αυτό και κυρίως για όσα πιθανώς να επακολουθούσαν. «Θα σας τηλεφωνήσουν δημοσιογράφοι, θα σας ρωτήσουν διάφορα. Δεν είστε υποχρεωμένοι να πείτε το παραμικρό, μπορείτε να τους το κλείσετε στη μούρη», τους είπε. Χρόνια αργότερα, ο Χέρμαν Ροθ εκμυστηρεύτηκε στον γιο του: «Με το που σε αφήσαμε και μπήκαμε στο αυτοκίνητο, η μητέρα σου ξέσπασε σε λυγμούς. «Τι έπαθες;» Τη ρώτησα. «Ο γιος μας την ψώνισε»», είπε, κλαίγοντας η κ. Μπες Ροθ. ««Κι όταν δεν θα συμβεί τίποτε απολύτως απ’ όσα λέει, θα απογοητευθεί πολύ»». Delusions of grandeur, ήταν η έκφραση που χρησιμοποίησε η κ. Ροθ. Ψευδαισθήσεις μεγαλείου.

Το ανέκδοτο αυτό έχει αφηγηθεί ο ίδιος ο Ροθ σε ραδιοφωνικές του συνεντεύξεις, το ακούσαμε και ζωντανά τον περασμένο Απρίλιο, σε μεγάλη εκδήλωση που διοργάνωσε το πανεπιστήμιο Κολούμπια στον Αμερικανό συγγραφέα για τα 75 του χρόνια. Πέρα από το χιούμορ, αποτυπώνει ανάγλυφα τη φασαρία που προκάλεσε στην Αμερική των late Sixties η έκδοση του «Συνδρόμου του Πόρτνοϊ», του μυθιστορήματος με το οποίο ο Ροθ έγινε διάσημος (και πλούσιος), και με το οποίο τον ταύτισαν σε τέτοιο βαθμό που ο ίδιος να αισθανθεί ενοχλημένος ως «συγγραφέας σοβαρών λογοτεχνικών μυθιστορημάτων», όπως του άρεσε να σκέφτεται για τον εαυτό του.

Σε αυτή, τουλάχιστον, την περίπτωση ο Ροθ δεν την «ψώνισε», δεν έπασχε από delusions of grandeur. Ο «Πόρτνοϊ» εξαντλήθηκε μέσα σε λίγες εβδομάδες. Εγινε σκάνδαλο. Οι πιο πιστοί Εβραίοι έφτυναν τον Ροθ όπου τον πετύχαιναν, το ίδιο και οι φεμινίστριες. Ο Φίλιπ Ντικ έγραφε γεμάτος πικρία: «Εκεί καταντήσαμε: όλοι να διαβάζουν Ροθ». Πράγματι. Σχεδόν όλοι οι επιβάτες του υπογείου τρένου της Νέας Υόρκης διάβαζαν μετά μανίας το «κίτρινο μικρό βιβλιαράκι» με τον ξέφρενο μονόλογο του Αλεξάντερ Πόρτνοϊ για την υπερπροστατευτική Εβραία μάνα του, τον άβουλο, δυσκοίλιο πατέρα του και, κυρίως, τις δικές του ακατανίκητες ορμές για το έτερο φύλο, πάνω απ’ όλα, για τις μη Εβραίες. Η δε σκηνή του αυνανισμού με το καθαγιασμένο kosher συκώτι έγινε αναφορά σε stand up comedy νούμερα της Νέας Υόρκης. «Θα ήθελα να γνωρίσω τον Φίλιπ Ροθ», έλεγε ένας Αμερικανός κωμικός, «αλλά δεν θα του έσφιγγα το χέρι».

Το μυθιστόρημα κυκλοφορούσε στα ελληνικά από το 1980 ως «Η νόσος του Πόρτνοϊ» από τις εκδόσεις Γράμματα, σε μετάφραση της Λένας Αλεξανδράκη. Τώρα, μας προσφέρεται σε νέα μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη.