ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Στο μεταίχμιο ευδαιμονισμού και φρίκης

Anne – Marie Garat

Στα χέρια του διαβόλου

μετ. Αννα Δαμιανίδη

εκδ. Πόλις

Παρίσι 1913. Η Γκαμπριέλ είναι μια ζωντανή νεαρή κοπέλα, ουγγρικής καταγωγής και ορφανή, η οποία ζει με τη θεία της Αγκοτα. Ερωτευμένη με τον εξάδελφό της Εντρε, που έφυγε για την Ασία και έχει πέντε χρόνια να δώσει σημεία ζωής, κεραυνοβολείται όταν έπειτα από επίμονες προσπάθειες πληροφορείται τον θάνατό του στη Βιρμανία. Η απόφασή της να εξιχνιάσει πάση θυσία το μυστήριο που καλύπτει τόσο τη φυγή όσο και τον θάνατό του την εμπλέκει σε μια ιστορία αρρώστιας και θανάτου, αλλά και τρυφερότητας και έρωτα, στην οποία θα έχει απρόβλεπτους συμμάχους και εξίσου αναπάντεχους εχθρούς. Η επινοητική και πεισματάρα Γκαμπριέλ βρίσκεται, δηλαδή, στην παράδοξη θέση η βοήθεια που της προσφέρεται να είναι εξαιρετικά επικίνδυνη για την ίδια και τους άλλους, έως και θανατηφόρα ενίοτε, ενώ οι υποτίθεμενοι αντίμαχοι στην αναζήτησή της αυτή της αλήθειας να είναι εν τέλει ακέραια πρόσωπα. Η έρευνα της Γκαμπριέλ διεξάγεται μέσα σε ένα Παρίσι που διάγει βίον ηδύ υπό την σκιά του επερχόμενου πολέμου, με τους πληβείους της Ζώνης να το κυκλώνουν (πριν ακόμα κατεδαφιστούν τα τείχη), με τη βιομηχανία του σινεμά να κάνει θριαμβευτικά τα πρώτα της βήματα, τους εργάτες να καταλαμβάνουν εργοστάσια και τα γκαλά να δίνουν και να παίρνουν. Και στους κόλπους μιας οικογένειας που συνενώνει την αριστοκρατία της επαρχίας με το αστικό χρήμα και την οποία διευθύνει με σιδερένια πυγμή, όπως και το εργοστάσιο μπισκότων της οικογένειας, η μαντάμ Ματίλντ – αφήνοντας τον σύζυγό της να αναζητεί τις συγκινήσεις στα εξωτικά μέρη και την τέχνη.

Σ’ αυτήν την οικογένεια, η Γκαμπριέλ βρίσκεται με την ιδιότητα της δασκάλας της μικρής εγγονής της Ματίλντ, της Μίλι, της οποίας ο πατέρας, γνωστός γιατρός και ερευνητής λοιμωδών ασθενειών στο Ινστιτούτο Παστέρ, είχε, όπως φαίνεται, γνωρίσει τον Εντρε στη Βιρμανία. Η Γκαμπριέλ όμως δένεται με τη Μίλι, με την οποία ζει σε έναν πύργο εκτός Παρισιού, εντυπωσιάζει ολόκληρη την οικογένεια και πρωταγωνιστεί σε μια σειρά από θαυμάσιες σκηνές που παραπέμπουν σε πλείστα όσα γαλλικά, και όχι μόνον, μυθιστορήματα, από τον Αλαίν Φουρνιέ ώς τον Αραγκόν των «Καλών συνοικιών» και των «Κομμουνιστών».

Οι αδρά σχεδιασμένες γυναικείες μορφές, από την Γκαμπριέλ, τη Ματίλντ και τη μικρή Μίλι ώς τη ζωηρή Ντόρα, τη φίλη της Γκαμπριέλ με τα κονσέρτα και την μποέμικη, καλλιτεχνική ζωή ή τη δυνατή Ουγγαρέζα θεία Αγκοτα· οι σκηνές στην εξοχή και τα μεγάλα παριζιάνικα φρέσκα της χλιδής και της αθλιότητας, με τον Απολλιναίρ να κάνει ένα πέρασμα μπροστά στα μάτια μας και οι δύσκολοι έρωτες αποτελούν μερικά από τα στοιχεία του βιβλίου που παραπέμπουν στις πολύ καλές στιγμές του ευρωπαϊκού μυθιστορήματος. Η ιστορία όμως είναι πολύπτυχη. Και πλάι στον Ντίκενς ή την Ωστεν, πλάι στις σχέσεις αγάπης και μίσους, στην παριζιάνικη ένταση και τη γαλήνη της υπαίθρου, υπάρχει κι ένα τρομερό βιολογικό όπλο που επικρέμαται πάνω από την ανθρωπότητα· και περί αυτό, κατάσκοποι, συνωμοσίες, θάνατοι από γνωστές και άγνωστες αιτίες, συκοφαντήσεις αγνών επαναστατών, έξυπνοι και επίμονοι αστυνομικοί. Υπάρχει το περιπετειώδες, το κατασκοπικό, το αστυνομικό μυθιστόρημα. Η Γκαρά, πάντως, χειρίζεται με δεξιοσύνη την τέχνη των κορυφώσεων και των ανατροπών σ’ αυτό το κάθε άλλο παρά εύκολο, λόγω της πολυμορφίας του, υλικό. Και το σασπένς που δημιουργεί είναι ένας από τους λόγους που οι 850, περίπου, σελίδες του μυθιστορήματος δεν πρέπει να φοβίζουν τελικά τον αναγνώστη.

Υπέρ και κατά

Προφανώς, το μυθιστόρημα για το οποίο μιλάμε δεν είναι εφάμιλλο των μεγάλων κλασικών, όπως γράφτηκε στον γαλλικό Τύπο από τους θερμούς υποστηρικτές του εγχειρήματος. Εξίσου δεν είναι βεβαίως κι ένα μυθιστόρημα της σειράς, με ροζ αποχρώσεις, όπως έγραψαν οι δριμείς πολέμιοί του. Είναι ένα καλογραμμένο, «μυθιστορηματικό» μυθιστόρημα, που συνδυάζει χαρακτήρες, περιγραφές, ατμόσφαιρα, δέση και λύση, αίνιγμα και κρατάει τελικά το ενδιαφέρον του αναγνώστη αμείωτο – υπό την έννοια ότι ακόμα κι όταν το αφήνει, σίγουρος ότι έχει κουραστεί και δεν θα συνεχίσει, η περιέργεια νικά και επιστρέφει, για να παρακολουθήσεις την πορεία αυτών των ανθρώπων σ’ αυτήν την εποχή του μεγαλείου και της φρίκης – που όλο και κάτι μας θυμίζει.

Είναι ένα μυθιστόρημα που πράγματι προσπαθεί να αναβιώσει το λαϊκό μυθιστόρημα επιφυλλίδας, συναιρώντας, ει δυνατόν, τα περισσότερα από τα θέματά του στην άτμητη μορφή του, τη μοναδική που μπορεί σήμερα να έχει ένα τέτοιο μυθιστόρημα. Η Γκαρά αποπειράται, δηλαδή, κατά κάποιον τρόπο να ορίσει εκ νέου το λαϊκό αυτό είδος, εκκινώντας όχι από τον τρόπο έκδοσης, αλλά από εσωτερικά κριτήρια και κώδικες και από την αξιωματική παραδοχή ότι στο είδος αυτό, που συνένωσε κάποτε τον Μπαλζάκ, τον Δουμά, τον Ευγένιο Σύη και τον Πωλ Φεβάλ με μια σειρά άγνωστους, μέτριους έως και κακούς συγγραφείς, κρίνεται κανείς εκ του αποτελέσματος. Οι λάτρεις των κλασικών θα πουν ότι κάτι λείπει. Και είναι λογικό, διότι μια μετατόπιση δεν αρκεί για να αναζωογονήσει πραγματικά μια πρακτική. Το σημερινό λαϊκό μυθιστόρημα πρέπει να απευθύνεται στους σημερινούς, πιο υποψιασμένους αναγνώστες. Το εγχείρημα, όμως, και μόνο παρουσιάζει ενδιαφέρον.

Το ευρύ κοινό, πάντως, θα βρει αυτό το κάτι παραπάνω, το πολύ σημαντικό κάτι παραπάνω που αναζητεί σε μια σειρά νεοελληνικών κειμένων με αντίστοιχες φιλοδοξίες και σπανίως το βρίσκει: ένα ευανάγνωστο μυθιστόρημα, που σέβεται τον εαυτό του και τον αναγνώστη.