ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ανεκδιήγητο λάθος η προσήλωση στο χρήμα

Ο Ρίτσαρντ Σένετ, καθηγητής Κοινωνιολογίας στο London School of Economics, μέλος της Βασιλικής Εταιρείας Λογοτεχνίας και ένας εκ των ιδρυτών του Ινστιτούτου Ανθρωπιστικών Σπουδών στη Νέα Υόρκη, συγκαταλέγεται στους πλέον ευρηματικούς στοχαστές της εποχής μας. Διακρίνεται για την κοινωνιολογική του φαντασία, είναι απολαυστικός ως συγγραφέας και διαθέτει το χάρισμα να παραμένει αφοπλιστικά απλός και ουσιαστικός, ακόμη κι όταν πραγματεύεται εξαιρετικά σύνθετα κοινωνικά ή πολιτιστικά ζητήματα.

Ο, Αμερικανός στην καταγωγή και σοσιαλδημοκράτης στην ιδεολογία, Σένετ κατόρθωσε να δώσει νέα πνοή στις πολιτιστικές και κοινωνιολογικές σπουδές, διαβλέποντας αρκετά νωρίς τις οδυνηρές συνέπειες της κουλτούρας του νέου επιθετικού καπιταλισμού στην κοινωνική, επαγγελματική και προσωπική ζωή του σύγχρονου Δυτικού ανθρώπου. Σε μια σειρά έργων του απέδειξε -με σχεδόν προφητικό τρόπο- ότι η νέα κουλτούρα οδηγεί αναπόδραστα στη διάβρωση, αν όχι στην οριστική απαξίωση, εννοιών όπως ο δημόσιος χώρος, η αλληλεγγύη και η πολιτική συμμετοχή. Εν προκειμένω, σε μια κουλτούρα όπου προκρίνονται η αστάθεια, ο ανταγωνισμός, η βραχυπρόθεσμη αντίληψη του χρόνου, κι ένα είδος «ασφυκτικά» αυτάρεσκου ατομικισμού, κανένας δεν έχει πια λόγο να νοιαστεί για τον συνάνθρωπό του και κανένας δεν έχει πια λόγο να πιστέψει ότι η συνεργασία ή η συλλογική δράση μπορεί να επιφέρει το οποιοδήποτε αποτέλεσμα. Επί αυτής της βάσης, το δυσθεώρητο ύψος του ποσοστού αποχής στις πρόσφατες ευρωεκλογές επιβεβαιώνει ότι ο Ρίτσαρντ Σένετ εκτός από διορατικός παραμένει και επίκαιρος.

Με αφορμή τη μετάφραση ενός ακόμη έργου του στα ελληνικά (Η Κουλτούρα του Νέου Καπιταλισμού, εκδ. Σαββάλας), είχαμε την ευκαιρία να μιλήσουμε μαζί του για τη διεθνή οικονομική κρίση.

– Στο βιβλίο σας «Η Κουλτούρα του Νέου Καπιταλισμού» αναδεικνύετε και εξετάζετε τις κοινωνικές επιπτώσεις του παγκόσμιου καπιταλισμού των ημερών μας. Θα συμφωνούσατε με την άποψη ότι η ίδια αυτή κουλτούρα συνιστά μια από τις κύριες αιτίες της οικονομικής κρίσης;

– Ο κοινωνικός αντίκτυπος των νέων συνθηκών εργασίας είναι αναμφίβολα αρνητικός. Οδηγεί στον αποπροσανατολισμό των εργαζομένων και την αποδυνάμωση του κόσμου της εργασίας. Οι εργαζόμενοι σήμερα δηλώνουν και είναι λιγότερο αφοσιωμένοι στους οργανισμούς και τις επιχειρήσεις όπου και εργάζονται, και την ίδια στιγμή, εμφανίζονται λιγότερο αλληλέγγυοι στις μεταξύ τους σχέσεις και συνεργασίες. Η αιτία αυτών των φαινομένων βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, σε μια θεμελιώδη μεταβολή της αντίληψης του χρόνου. Ο εργαζόμενος καλείται να κινηθεί με μεγάλη ταχύτητα από τη μια θέση εργασίας στην άλλη, αλλά και από τη μια εταιρεία στην άλλη. Μαθαίνει, ως εκ τούτου, να αντιλαμβάνεται τον χρόνο με έναν τρόπο τελείως διαφορετικό από ό,τι στο παρελθόν. Ο χρόνος καθίσταται βραχύς και σύντομος. Δεν υπάρχουν πια μακροπρόθεσμες δεσμεύσεις, φιλοδοξίες ή σκοποί. Σε αυτό το πλαίσιο, δεν πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι εμφανίζονται ανίκανοι να αντισταθούν στη σημερινή κρίση. Στην πραγματικότητα δεν επιθυμούν να καταβάλουν την παραμικρή προσπάθεια αντίστασης σε συλλογικό επίπεδο. Κι αυτό διότι έχουν εκπαιδευτεί να αντιλαμβάνονται τον χώρο εργασίας ως έναν τομέα της ζωής, όπου κυριαρχούν ο εσωτερικός ανταγωνισμός και οι επιφανειακές, βραχυπρόθεσμες σχέσεις.

Χρηματιστηριακή αξία

– Πολλοί αναλυτές υποστηρίζουν ότι η σημερινή οικονομική συγκυρία δεν αποτελεί τίποτε παραπάνω από την ολοκλήρωση ενός ακόμη οικονομικού κύκλου. Θα συμφωνούσατε με αυτή την άποψη;

– Πράγματι, ο καπιταλισμός χαρακτηρίζεται από κύκλους ανάπτυξης και ύφεσης. Κατά συνέπεια, οφείλω να συμφωνήσω: μια ανάλογη κρίση ήταν μάλλον αναμενόμενη. Ωστόσο, ο νέος καπιταλισμός, είναι ριζικά διαφορετικός σε σχέση με εκείνον του παρελθόντος, κι αυτό το γεγονός έχει την ιδιαίτερη σημασία του. Να εξηγηθώ. Ο νέος καπιταλισμός είναι χρηματιστηριακός, δεν σχετίζεται δηλαδή με την παραγωγή προϊόντων ή υπηρεσιών. Τουναντίον. Σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε σε παλαιότερες εποχές, η αξία μιας εταιρείας δεν συναρτάται με την παραγωγή και τη δυνατότητά της να παραμείνει υγιής και μακροπρόθεσμα επικερδής, αλλά κρίνεται επί τη βάσει των τριμηνιαίων αποτελεσμάτων που επιτυγχάνει. Ο βραχυπρόθεσμος αυτός προσανατολισμός σε συνδυασμό με την ανάγκη για ολοένα υψηλότερες αξίες μετοχών οδηγεί αναπόδραστα στην απαξίωση της έννοιας της σταθερότητας. Η σταθερότητα -στο επίπεδο του αριθμού των εργαζομένων που απασχολούν, της εσωτερικής οργάνωσής τους κ.λπ.- γίνεται πλέον αντιληπτή ως πρόσκομμα. Θεωρείται εμπόδιο, μια και αφαιρεί από τις επιχειρήσεις τη δυνατότητα να αποδείξουν στις χρηματιστηριακές αγορές και τους μετόχους ότι παραμένουν δυναμικές και σε εγρήγορση. Η δική μου άποψη, για να συνοψίσω, είναι ότι, σε αντίθεση με αντίστοιχες περιπτώσεις στο παρελθόν, η αστάθεια και η επιδίωξη της ελαστικότητας από πλευράς των επιχειρήσεων αποτέλεσε παράγοντα που οδήγησε σε αυτή την κρίση. Με άλλα λόγια, η νέα κουλτούρα των επιχειρήσεων συνέβαλε σε αναντίρρητα μεγάλο βαθμό στην εκδήλωση του φαινομένου.

– Στην πηγή των σημερινών δεινών βρίσκεται για πολλούς αναλυτές η δημιουργία και αξιοποίηση χρηματιστηριακών προϊόντων, τα οποία μάθαμε να αποκαλούμε τοξικά. Από ό,τι φαίνεται παρά την ευρύτατη διάδοσή τους, η γνώση μας γι’ αυτά παρέμενε πρόδηλα ελλιπής. Ποια είναι η γνώμη σας γι’ αυτό το γεγονός;

– Το συγκεκριμένο ζήτημα διαθέτει αναντίρρητα κάτι το ιλαροτραγικό. Φανταζόμασταν πάντοτε ότι όσοι διαθέτουν την ικανότητα να κερδίζουν πολλά χρήματα και να παραγάγουν πλούτο, διαθέτουν ταυτόχρονα και την απαιτούμενη γνώση για κάτι τέτοιο, γνωρίζουν δηλαδή σε βάθος αυτό που κάνουν. Η αλήθεια όμως -η αλήθεια που μας αποκάλυψε αυτή η κρίση- είναι ότι μπορεί να είσαι χαζός και παρ’ όλα αυτά να κερδίζεις πολλά χρήματα. Μπορεί δηλαδή να μην καταλαβαίνεις τι πουλάς, τι αγοράζεις, αλλά να κερδίζεις παρ’ όλα αυτά πολλά, πάρα πολλά λεφτά. Κι αυτό είδαμε τους τελευταίους μήνες. Οι άνθρωποι στην κορυφή, οι σούπερ πλούσιοι, δεν είχαν κατανοήσει το περιεχόμενο του τι συναλλάσσονταν. Αποδεικνύεται, συνεπώς, ότι οι ταλαντούχοι και οικονομικά ενάρετοι υπήρξαν και βλάκες, μια και αγνοούσαν την ίδια τη φυσιογνωμία των προϊόντων που τους βοηθούσαν να πλουτίζουν. Αυτή η άγνοια, θεωρώ, εξηγεί και τους λόγους για τους οποίους η εκδήλωση της κρίσης υπήρξε τόσο ταχεία.

Η ιστορία επαναλαμβάνεται

– Πόσο σύμφωνο σας βρίσκουν τα μέτρα που έχουν ήδη ληφθεί για την αντιμετώπιση της κρίσης στο επίπεδο είτε των εθνικών κυβερνήσεων είτε των παγκόσμιων οργανισμών;

– Δεν με βρίσκουν καθόλου σύμφωνο. Αρνούμαι να αποδεχθώ ότι η σωτηρία μας από την κρίση θα εξασφαλιστεί μέσω της διάσωσης και της αναζωογόνησης του υφιστάμενου συστήματος. Μου φαίνεται παράλογη η πεποίθησή μας ότι θα υπερβούμε την κρίση, θέτοντας εκ νέου σε κίνηση το οικονομικό σύστημα που μας οδήγησε σε αυτήν. Ως εκ τούτου, εκτιμώ ότι οι κυβερνήσεις διαπράττουν ένα οδυνηρό σφάλμα. Η προσήλωση στο χρήμα και στη διάσωσή του είναι ένα ανεκδιήγητο λάθος. Κι αν δεν το αντιληφθούμε, τότε -όπως μας δίδαξε ο Μαρξ- θα δούμε την ιστορία να επαναλαμβάνεται ως φάρσα.

– Πώς θα αξιολογούσατε την κυβέρνηση Ομπάμα;

– Οσον αφορά την κυβέρνηση Ομπάμα, της οποίας είμαι υπέρμαχος, φαίνεται ότι προσπαθεί να φέρει στο προσκήνιο ανθρώπους που διαθέτουν μια κάποια γνώση και κατάρτιση. Στην αρχή είχε πολλούς στην ομάδα του, οι οποίοι υπήρξαν οι αρχιτέκτονες του συστήματος που τώρα βλέπουμε να καταρρέει. Σήμερα, όμως, δίνει την εντύπωση ότι τους απομακρύνει, επιλέγοντας να ακολουθήσει μια πιο πρόσφορη κατά τη γνώμη μου στρατηγική. Μοιάζει να θέλει να βελτιώσει τις συνθήκες στον χώρο εργασίας. Νομίζω ότι αυτή είναι η σωστή κατεύθυνση. Πρέπει να βρούμε τρόπους να δημιουργήσουμε εργασία και όχι -ή όχι μόνον- τρόπους διάσωσης των τραπεζών.

Ο θατσερισμός

– Θα λέγατε ότι η κρίση μπορεί να οδηγήσει σε ενίσχυση των συντηρητικών απόψεων και πολιτικών;

– Εκτιμώ ότι στην Αγγλία θα έχουμε σίγουρα την επιστροφή σε μια συντηρητική κυβέρνηση και μέρος αυτής της μεταβολής ίσως σημάνει την περαιτέρω αποδυνάμωση του κράτους πρόνοιας ή ακόμη και την πλήρη διάλυσή του. Δεν σας κρύβω ότι αυτός είναι ένας μεγάλος φόβος που έχω. Καθότι όταν ο κόσμος αγωνιά και αισθάνεται ανασφαλής, τότε τείνει να εξωραΐζει κάποιο φανταστικό παρελθόν όπου τα πράγματα υπήρξαν υποτίθεται καλύτερα. Αυτό, λοιπόν, το χρυσό παρελθόν θα μπορούσε κάλλιστα να θεωρηθεί στην περίπτωση της Αγγλίας η περίοδος Θάτσερ. Ξεχνούμε όμως το πόσο πόνο και πόσο μίσος είχε προκαλέσει η Θάτσερ.

Ο καπιταλισμός διαβρώνει το αίσθημα αλληλεγγύης

– Αρκετές φορές έχετε υποστηρίξει ότι το διακύβευμα για την ευρωπαϊκή αριστερά των ημερών μας είναι να πείσει ότι ο σοσιαλισμός μπορεί να ανανεωθεί. Τι θα μπορούσε να σημαίνει σήμερα σοσιαλισμός;

– Σημαίνει να καταβάλεις προσπάθεια να ανανεώσεις την ιδέα του χώρου εργασίας ως του χώρου όπου θεμελιώνεται ο σοσιαλισμός. Σημαίνει να βοηθάς στην ανάπτυξη του ανθρώπινου κεφαλαίου, επενδύοντας στο ταλέντο των ανθρώπων. Σημαίνει, τέλος, να κατορθώσεις να πείσεις τις επιχειρήσεις ότι οφείλουν να υιοθετήσουν μια μακροπρόθεσμη οπτική. Με λίγα λόγια, το κέντρο της προσοχής μας οφείλει να μετατοπιστεί. Πρέπει να εξετάσουμε πώς δουλεύουμε και να βελτιώσουμε τις συνθήκες εργασίας. Η ερώτηση που καλούμαστε να απαντήσουμε είναι εξαιρετικά απλή: τι κάνει εν τέλει κοινωνικό τον χώρο της εργασίας, τον χώρο δηλαδή όπου πολλοί άνθρωποι δουλεύουν μαζί; Η ρητορική του σοσιαλισμού υπήρξε έως σήμερα διαφορετική. Οι σοσιαλιστές μιλούσαν όλα αυτά τα χρόνια για την πολυπολιτισμικότητα, τους μετανάστες, αλλά όχι για την εργασία. Δεν ισχυρίζομαι ότι κάτι τέτοιο είναι λάθος. Απλώς θεωρώ ότι ο πολιτιστικός σοσιαλισμός αυτού του είδους δεν μπορεί να μας βοηθήσει να βγούμε από την κρίση. Αν θέλουμε πραγματικά να βγούμε από την κρίση, πρέπει να αναζητήσουμε το επίκεντρό της. Αυτή είναι και μία από τις κεντρικές ιδέες του βιβλίου που ετοιμάζω. Η όποια αναγέννηση θα έρθει μόνον διαμέσου της αναγέννησης του χώρου και του θεσμού της εργασίας. Δεν μπορεί να έρθει μέσω της προστασίας του κοινωνικού ιστού διαμέσου των υπηρεσιών του κράτους πρόνοιας. Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στο κράτος πρόνοιας, αλλά στις σχέσεις παραγωγής.

– Πόσο αισιόδοξος μπορεί κανείς να είναι σήμερα σχετικά με την ίδια τη δημοκρατία; Μπορεί η κρίση να λειτουργήσει ως παράγοντας αναγέννησης της δημοκρατίας στα επόμενα χρόνια;

– Θα έπρεπε να οδηγήσει στην αναγέννηση της δημοκρατίας, αλλά μάλλον δεν θα το κάνει. Μην ξεχνάτε ότι ο νέος καπιταλισμός οδήγησε στην αποδυνάμωση των δημοκρατικών αξιών. Εχω πραγματευτεί αυτό το ζήτημα στο βιβλίο μου «The Corrosion of Character». Ο σύγχρονος τρόπος καπιταλιστικής οργάνωσης της εργασίας διαβρώνει το όποιο συναίσθημα αλληλεγγύης. Οι άνθρωποι γίνονται περισσότερο ατομικιστές. Γι’ αυτό τον λόγο εκτιμώ ότι οι άνθρωποι που μεγάλωσαν σε αυτό το σύστημα, δηλαδή όλοι όσοι είναι είκοσι ή και τριάντα χρονών, δεν έχουν μάθει τι σημαίνει συνεργασία, διότι δεν βίωσαν ποτέ κάτι τέτοιο στον χώρο της εργασίας τους. Είναι δύσκολο να απαιτήσεις από τους ανθρώπους που στον χώρο εργασίας τους έχουν πολύ μικρή εμπειρία από δημοκρατικές διαδικασίες, να καταλάβουν ότι η δημοκρατία μπορεί να βοηθήσει την κατάσταση. Δεν νομίζω ότι κάτι τέτοιο περνά καν από το μυαλό τους. Τους ζητάμε λοιπόν ξαφνικά να υιοθετήσουν πρακτικές συμμετοχής που δεν γνωρίζουν ότι μπορεί να έχουν αποτέλεσμα. Θα ήταν ωραίο, μακάρι να γινόταν, αλλά αμφιβάλλω. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο θεωρώ ότι επιβάλλεται να εστιάσουμε την προσοχή μας στο χώρο εργασίας και να δούμε πώς αυτός μπορεί να αλλάξει. Καθότι δεν υπάρχει κανένα άλλο πρόσφορο μέσο για να εκπαιδεύσουμε εκ νέου τους ανθρώπους στη συμμετοχή.

Στο Χάρβαρντ ύστερα από μια τυχαία συνάντηση

Ο Ρίτσαρντ Σένετ γεννήθηκε το 1943, στο Σικάγο, στους κόλπους μιας έντονα πολιτικοποιημένης οικογένειας. Ο πατέρας και οι θείοι του ήταν μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος και πολέμησαν στο πλευρό των Δημοκρατών στον Ισπανικό Εμφύλιο, ενώ η μητέρα του συμμετείχε ενεργά στο εργατικό κίνημα της εποχής.

Η πρώτη αγάπη του Σένετ ήταν η μουσική και πιο συγκεκριμένα το τσέλο. Δεκαέξι ετών συμμετείχε ήδη ως ερμηνευτής σε μουσικά σύνολα και στα δεκαοκτώ του έγινε δεκτός στη φημισμένη σχολή Juliard. Ωστόσο, μια σπάνια ασθένεια θα ματαιώσει οριστικά τις προσδοκίες μίας λαμπρής καριέρας.

Σε αυτή τη δύσκολη για τον ίδιο προσωπικά περίοδο και συγκεκριμένα το 1962 θα συναντήσει τυχαία τον καθηγητή Κοινωνιολογίας Ντέιβιντ Ρίσμαν. Ο διάσημος καθηγητής τον προσκαλεί να σπουδάσει στο Χάρβαρντ, κι ο Σένετ αποδέχεται.

Το 1999, έπειτα από μία αναμφίβολα αξιοζήλευτη ακαδημαϊκή πορεία στο Yale, στο Brandeis και στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, ο Σένετ αποφασίζει να δεχτεί τη θέση καθηγητή Κοινωνιολογίας και θεωριών του πολιτισμού στο London School of Economics και να εγκατασταθεί στο Λονδίνο. Εκεί ζει και διδάσκει έως σήμερα. Ανάμεσα στα έργα της τελευταίας περιόδου ξεχωρίζουν τα ακόλουθα:

Τhe craftsman (New Haven: Yale University Press, 2008), Practising Culture (Oxon: Routledge, 2007), The Culture the New Capitalism (New Haven: Yale University Press, 2005), Respect in an age of inequality (Νέα Υόρκη: W.W. Norton, 2003), Τhe corrosion of character (Νέα Υόρκη: W.W. Norton, 1998).

Στα ελληνικά κυκλοφορούν:

Η Κουλτούρα του Νέου Καπιταλισμού (εκδ. Σαββάλας, 2008), Οι Χρήσεις της Αταξίας (εκδ. Τροπή, 2003), Η Τυραννία της Οικειότητας (εκδ. Νεφέλη, 1999).