ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Αντιποίηση από τη Χιλή

NICANOR ΡΑRRΑ

Ποιήματα επείγουσας ανάγκης

μετ. Αργύρης Χιόνης

εκδ. Γαβριηλίδης

Νικανόρ Πάρρα: ο αντιποιητής της Λατινικής Αμερικής και του κόσμου, ο αντίπαλος του Νερούδα, στον οποίο προσωποποιούσε το γλυκερό -όπως τον θεωρούσε- λυρισμό της παραδοσιακής ποίησης, ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές της Δύσης κατά τον Χάρολντ Μπλουμ. Ο ίδιος ο Νερούδα, όταν πρωτοεμφανίστηκε ο Πάρρα, τον χαρακτήρισε μεγάλο βάρδο που διασχίζει τα πιο σκοτεινά μονοπάτια. Από το 1954, όταν δημοσίευσε τα «Ποιήματα και Αντιποιήματά» του (στα ελληνικά, σε μετάφραση του ακούραστου Ρ. Καππάτου, εκδ. Εκάτη, 2002) ερχόμενος σε ρήξη με την πιο λυρική πρώτη συλλογή του, ο Πάρρα (1914 -), πάντα ενάντιος, πάντα «αντί», δεν θα σταματήσει λεπτό να δουλεύει με όποιο τρόπο μπορεί και θεωρεί κατά περίπτωση πρόσφορο για να αποκαθάρει το λόγο από τις σκωρίες με τις οποίες τον βαραίνει ο χρόνος, η χρήση, η εποχή, αλλά και η ίδια η ποίηση όταν γίνεται θεσμός και καθεστώς (ακόμα και επαναστατικό). Δεν θα πάψει στιγμή να παρακολουθεί την εποχή του, καταλήγοντας στις αρχές της νέας χιλιετίας να γράφει χάι-κου για τη γενιά του MTV, όπως εύστοχα χαρακτηρίστηκαν τα «οπτικά αντικείμενά» του· «οπτικά αντιποιήματα» προκλητικά, που συνδυάζουν αντικείμενα με σύντομα κείμενα και εικόνες – στις οποίες κυριαρχεί μια καρδούλα ονόματι «Αμλετ» ή «Κύριος Κανένας»· μια συγκεκριμένη και οπτική τέχνη που καταργεί τα παραδεδομένα συμφραζόμενα των πραγμάτων και δημιουργεί νέες μεταφορές για να μιλήσει για το σύγχρονο καταναλωτικό κόσμο που συσκοτίζει το νόημα. Σύγχρονα αντιποιήματα που αποδεικνύουν ότι ο ποιητής, όπως έλεγε κάποτε στη «Διακήρυξή» του, πρέπει πάντα «να είναι εδώ / για να μη γενεί στραβό το δέντρο».

Ουσιαστική ματιά

Γόνος μιας εν γένει καλλιτεχνικής οικογένειας, γιος ενός φευγάτου, μποέμ πατέρα και μιας άξιας και υπομονετικής μητέρας -της Κλάρα Σαντοβάλ στην οποία συστηματικά επιστρέφει στα τελευταία του ποιήματα-, αδελφός της παγκοσμίου φήμης τραγουδίστριας Βιολέτα Πάρρα του «Gracias a la vida» και του μοιραίου έρωτα που την οδήγησε στην αυτοκτονία, ο πρωτοπόρος αυτός μοντερνιστής σπούδασε μαθηματικά και φυσική στη Χιλή και μηχανολογία και κοσμολογία στις ΗΠΑ και στην Αγγλία αντίστοιχα. Βραβευμένος για τις έρευνές του στα μαθηματικά, καθηγητής για πολλά χρόνια στη Φυσικομαθηματική Σχολή του Πανεπιστημίου του Σαντιάγο όπου στη συνέχεια δίδασκε ποίηση, «πρεσβευτής» της λατινοαμερικανικής ποίησης στον κόσμο με τις ομιλίες και τις διαλέξεις του, ο Πάρρα επανέφερε με την αντιποίησή του, η οποία ευαγγελιζόταν την κατάργηση του γράμματος και του πνεύματος της παραδοσιακής ποίησης και μια ουσιαστική ματιά στον σύγχρονο κόσμο, τη συνείδηση ότι «τα πάντα μπορούσαν να ειπωθούν στην ποίηση» (Χοσέ Λανλόις).

Ενάντια στη μυθοποίηση

Αντιποίηση λοιπόν: μια ποίηση ενάντια στον πλαδαρό, φλύαρο, καθεστώτα και καθεστωτικό λυρισμό, τον οποίο εντόπιζε στην ποίηση του Νερούδα – αδικώντας τον προφανώς καθώς κοιτάζουμε σήμερα τα πράγματα από απόσταση, αλλά όχι εντελώς και όχι πάντα. Μια ποίηση ενάντια στη μυθοποίηση της ποίησης, που κλείνεται στο γυάλινο πύργο της και δοξάζει με εικόνες εντυπωσιακές κι ανενεργές έναν κόσμο μισό, ενίοτε ανύπαρκτο. Η αντιποίηση ως αντιλυρισμός, ως γνήσια πρωτοποριακή αλλά και προλεταριακή ποίηση, ποίηση που αναζητά το νόημα στον κατακερματισμό και τη σύγχυση του μεταβιομηχανικού πολιτισμού, που θέλει να αναχθεί στην πρώτη αρχή, συμπληρωματική εντέλει προς την άλλη ποίηση που μετά βδελυγμίας απορρίπτει όπως η αντιύλη με την ύλη. Ποίηση – αντιποίηση που αρδεύεται από ποικίλες πηγές, από την επιστήμη και την παράδοση, το λαϊκό πολιτισμό και την παγκόσμια λογοτεχνία, και όπως όλες οι πρωτοπορίες έχει ένα και μόνο στόχο, να αναζωογονήσει τον ποιητικό λόγο και να τον συνδέσει άρρηκτα με τη ζωή, με τον άνθρωπο, τον καθημερινό απλό άνθρωπο – εξού και ο κουβεντιαστός τόνος της που καταλήγει συχνά σε δραματοποιημένους μονολόγους, εξού και ο παιγνιωδώς σημαίνων οπτικός της πειραματισμός ή οι αιφνιδιαστικές ρήσεις του τύπου: «Το αληθινό πρόβλημα της φιλοσοφίας/είναι το ποιος πλένει τα πιάτα». Η πεζή και ειρωνική αντιποίηση του Πάρρα, που δεν απέφευγε καθόλου τον αυτοσαρκασμό: «Μου φέρνει ύπνο η ανάγνωση των ποιημάτων μου. Κι όμως έχουν γραφτεί με αίμα», συνδέεται με τα αντιλυρικά εγχειρήματα του 20ού αιώνα, με την οπτική και τη συγκεκριμένη τέχνη, με τον υπερρεαλισμό και κυρίως το φουτουρισμό, και μάλιστα όχι του Μαρινέτι, αλλά του Μαγιακόφσκι και του Χλέμπνικοφ. Κι αυτή της η καταγωγή της αφαιρεί εξ ορισμού κάθε ερμητικό χαρακτηριστικό, τη γειώνει, όπως ήθελε ο Πάρρα, την καθιστά προσιτή σε όλους – κι ο καθένας ας τη διαβάσει όπως μπορεί και θέλει.

Συμπληρώνει την εικόνα

Η ανθολόγηση που μας προσφέρει ο Αργύρης Χιόνης με ποιήματά του ώς το 1972, ένα χρόνο πριν από το πραξικόπημα του Πινοσέτ, μας δίνει μια εικόνα της αντιποίησης και του Πάρρα, ο οποίος ως οπαδός του ανοιχτού και του ατελούς, της σύγχυσης και της αμφιβολίας, της διαρκούς ανατροπής και αμφισβήτησης δυναμιτίζει προβοκατόρικα το ωραίο, το ιερό, το επικό και το ηρωικό. Επειδή όμως ακριβώς προσεγγίζει την αντιποίηση ως μια εν τω γίγνεσθαι αισθητική, δεν εγκλωβίζεται σε μια δυσφορική, μονόχορδη ποίηση, αλλά αναδέχεται τη λαϊκή σοφία και το περιθώριο, αστικό και αγροτικό, το κωμικό και το γκροτέσκο, τον καημό και το μελό, συναιρεί τα μαθηματικά με τη βακχεία, το λόγιο διακείμενο, του Δάντη, του Βιγιόν, του Σαίξπηρ, με το λαϊκό των versos de denuncia του 19ου αιώνα, την πολιτικά φορτισμένη κριτική με το παράλογο. Θαρρούμε χώρα ότι είμαστε / Και στην ουσία μόλις που είμαστε τοπίο», έλεγε για τη Χιλή ο Πάρρα. Πλάι στον Νερούδα, τον τόσο γνωστό και αγαπημένο στην Ελλάδα, πλάι στην Γκαμπριέλα Μιστράλ, η φωνή του συμπληρώνει την εικόνα μας για την ποίηση μιας χώρας που κατάφερε να μην είναι πια μόνο τοπίο και έχει πολλή και καλή ποίηση, πολλούς σημαντικούς ποιητές να μας συστήσει.