ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Προ-βολες

Ως εκδοτικό παράδοξο έχει ενδιαφέρον, αλλά αν θέλει να δει κανείς γιατί οι Γάλλοι ξαναδιαβάζουν τον Στέφαν Τσβάιχ (1881-1942), τότε θα χαθεί σε δεκάδες ερμηνείες. Στο περιοδικό L’ Express, o κριτικός Andr Clavel, καθώς επιχειρεί να προσφέρει μια εξήγηση, αναφέρει τον Τσβάιχ ως «σπηλαιολόγο των ψυχών». Να είναι, λοιπόν, μία ανάγκη, όπως διαβάζουμε σήμερα και τον σύγχρονό μας Ιρβιν Γιάλομ;

Μπορεί. Το «Γράμμα μιας άγνωστης», μία από τις διάσημες νουβέλες του Τσβάιχ (που έγινε και ταινία), κυκλοφόρησε στα γαλλικά σε νέα μετάφραση από τον εκδοτικό οίκο Stock και μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα πούλησε 140.000 αντίτυπα. Στην καλοκαιρινή λίστα των μπεστ σέλερ που δημοσιεύει το L’ Express, το βιβλίο του Τσβάιχ (που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στη γερμανική γλώσσα το 1927), βρίσκεται στη 16η θέση πίσω από τον Στιγκ Λάρσον, την Μαίρι Χίγκινς Κλαρκ, την Τόνι Μόρισον και τον Μάικλ Κόνελι.

Για τα αγγλοσαξονικά δεδομένα, το φαινόμενο θα ήταν πρωτοφανές. Για τη Γαλλία, όμως, δεν είναι παράδοξο. Δεν νομίζω να υπάρχει άλλη χώρα στην Ευρώπη τόσο ανοιχτή όχι μόνο στις ξένες λογοτεχνίες, αλλά και στην παλαιότερη παραγωγή, σε σημείο που να υπάρχουν σήμερα στη γαλλική αγορά τίτλοι βιβλίων Αγγλων και Αμερικανών που δεν υπάρχουν στα βιβλιοπωλεία της Αγγλίας ή της Αμερικής (παρά μόνο μεταχειρισμένα).

Αλλά πέραν αυτού, και των γαλλικών προτιμήσεων, η εμπορική επιτυχία του Τσβάιχ αυτό το καλοκαίρι του 2009, δείχνει και μια ανάγκη κάποιων αναγνωστών για ωραία κείμενα ή πολύ απλά για σπουδαία και μεγάλη λογοτεχνία. Ο Τσβάιχ δίνει ακόμη μεγάλη απόλαυση και αναρωτιέμαι ποια να είναι η απήχησή του στην Ελλάδα. Υπήρξε δημοφιλέστατος στο παρελθόν τόσο για τις ψυχολογικές νουβέλες του όσο και για τις βιογραφίες του (Μαρία Στιούαρτ, Μαρία Αντουανέτα, κ.λπ.). Αλλά, τα τελευταία χρόνια ξαναβγαίνει σε καλές μεταφράσεις από τις εκδόσεις «Ροές». Ανυπέρβλητο το αυτοβιογραφικό βιβλίο του «Ο κόσμος του χθες».

Στη Γαλλία, όμως, το «Γράμμα μιας άγνωστης», εκ πρώτης όψεως παλαιομοδίτικο και ξεπερασμένο, πουλάει δεκάδες χιλιάδες αντίτυπα, γιατί χιλιάδες αναγνώστες βρήκαν στις σελίδες του μια αλήθεια. Ή έστω μια ψυχική απόλαυση.