ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Εμμεσες προσωπογραφίες

«Περί βιβλιοθηκών», συλλογικό
Μετέφρασαν οι Αλ. Σκαλίδου, Αχ. Κυριακίδης, Δ. Καλοκύρης, Α. Σιδέρη, Αν. Αποστολίδης, Λ. Τσιριμώκου, Β. Μπιτσώρης, εκδ. Αγρα, σελ. 260

«Ευχαρίστησα τον πλοίαρχον Νέμον, και επλησίασα τας ραφίδας της βιβλιοθήκης. Βιβλία επιστημονικά, ηθικά και φιλολογικά, έβριθον εκεί, γεγραμμένα εις πάσας τας γλώσσας, αλλά δεν είδον ούτε εν σύγγραμμα πολιτικής οικονομίας. Εφαίνοντο ως ει ήσαν αυστηρώς απαγορευμένα. Περίεργος λεπτομέρεια, όλα εκείνα τα βιβλία ήσαν αδιακρίτως κατατεταγμένα, εις οιανδήποτε γλώσσαν και αν ήσαν γεγραμμένα, και η ανάμιξις εκείνη απεδείκνυεν ότι ο πλοίαρχος του Ναυτίλου ανεγίνωσκεν ευχερώς τα βιβλία όσα ελάμβανε τυχαίως η χειρ του».

Η ακατάστατη αλλά πλούσια βιβλιοθήκη που περιγράφεται σ’ αυτό το απόσπασμα περιέχεται στο βιβλίο του Ιουλίου Βερν «Εικοσακισχίλιαι λεύγαι υπό την θάλασσαν» στο κεφ. 11 με τίτλο «Ο Ναυτίλος» (εκδ. 1894). Το κείμενο βρίσκεται μαζί με άλλα σημαντικά -όλα με θέμα τη βιβλιοθήκη, τον κόσμο της, τη γοητεία της, τα χαρακτηριστικά του καθενός που τη στήνει, τη φιλοσοφία της- στον τόμο «Περί βιβλιοθηκών» που κυκλοφόρησε αυτό το καλοκαίρι από τις εκδόσεις «Αγρα» και περιέχει κείμενα από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα: του Βερν, του Μπόρχες, του Αν. Εμπειρίκου, του Ουμπέρτο Εκο, της Dorothy L. Sayers, του Jacques Roubaud, του Ζορζ Περέκ, του Βάλτερ Μπένγιαμιν, του Henri Meschonnic, του Ray Bradbury, του Εμμανουήλ Ροΐδη, του Gerard de Nerval, του Δημήτρη Καλοκύρη και του Γουόλτ Ντίσνεϊ.

Μια ανθολόγηση κειμένων που εμπνεύστηκαν από μια βιβλιοθήκη, που αφηγούνται το σύμπαν της, τη λογική της ταξινόμησης των τόμων που φιλοξενεί η καθεμιά. Και που μας ξαναθυμίζουν εξαιρετικά κείμενα, όπως το κλασικό του Μπόρχες «Η βιβλιοθήκη της Βαβέλ» (μετ. Αχιλλέας Κυριακίδης), που είναι μια αλληγορία της ανάγνωσης του κόσμου μέσα από την αναζήτηση τόμων σε μια δαιδαλώδη βιβλιοθήκη. Ή το κλασικό «Φαρενάιτ 451» του Ray Bradbury (μετ. Αλόη Σιδέρη) που τελειώνει με τη μελαγχολικά ελπιδοφόρα διαπίστωση: «Δεν ήταν καθόλου βέβαιοι ότι τα πράγματα που φύλαγαν μέσα στα κεφάλια τους θα έκαναν να λάμψει κάποια μελλοντική αυγή μ’ ένα καθαρότερο φως, δεν ήταν βέβαιοι για τίποτε, εκτός από το ότι τα βιβλία που βρίσκονταν ταξινομημένα πίσω από τα ήρεμα μάτια τους, τα βιβλία περίμεναν, με τις σελίδες άκοπες, τους πελάτες που ίσως θα έρχονταν στα κατοπινά χρόνια, μερικοί με καθαρά και μερικοί με βρόμικα δάχτυλα. Καθώς βάδιζαν, ο Μόνταγκ τους λοξοκοίταζε έναν έναν. «Μην κρίνεις ένα βιβλίο από το εξώφυλλο», είπε κάποιος. Και γέλασαν όλοι σιγανά, βαδίζοντας ολοένα πλάι στην όχθη».

Ενα βιβλίο στις σελίδες του οποίου θα αναγνωρίσουμε και όψεις των ραφιών της δικής μας βιβλιοθήκης, αφού «τα βιβλία που σωρεύουμε γύρω μας, από πολύ παλιά, είναι η προβολή της ιστορίας μας πάνω στους τοίχους μας. Μια έμμεση προσωπογραφία», όπως γράφει ο Henri Meschonnic στο κείμενό του «Η ατέρμονη βιβλιοθήκη και τα βιβλία της».