ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ανθρωποι, θεοί ημίθεοι και ήρωες

Παντελης Μπουκαλας

Ρήματα

εκδ. Αγρα, 2009

Ο Παντελής Μπουκάλας με τη νέα του ποιητική συλλογή «Ρήματα», που ήρθε ύστερα από αρκετό χρονικό διάστημα («Οπόταν πλάτανος», 1999), επιχειρεί να διαχειριστεί τη θλίψη που εκπηγάζει από τα εγγύς και τα εγγύς και τα μακράν· από το θάνατο και το προσωπικό πένθος που τον διακατέχει, εξαιτίας αυτού, αλλά και από τα κοινωνικά φαινόμενα της εποχής. Παράλληλα επιχειρεί και την ανατροπή παλαιών και παραδεδεγμένων απόψεων ή, υπό άλλη οπτική, προεκτείνει τη γνώση μας για τον μύθο, καθώς και σε πολλά μυθικά πρόσωπα δίνει νέες διαστάσεις. Πάντα όμως βλέπει τα πράγματα από την πλευρά του αδικημένου, σκύβει με πόνο στα ανθρώπινα, διερευνά, όχι πάντα τις αιτίες, αλλά τα αποτελέσματα, τις συνέπειες των συμβάντων πάνω στην ανθρώπινη ψυχή. Και αυτό, γιατί οι αιτίες είναι κρυμμένες αλλού και μακριά, τα αποτελέσματα όμως είναι εμφανή στους ανθρώπους που καμία σχέση δεν έχουν μ’ αυτές.

Τρεις ενότητες

Ειδικότερα, η συλλογή «Ρήματα» αποτελείται από τρεις ενότητες: Η πρώτη, με τον τίτλο «Ιστορίες», περιλαμβάνει είκοσι ποιήματα. Η δεύτερη, με τον τίτλο «Ερωτήματα», περιλαμβάνει είκοσι δύο ποιήματα και η τρίτη, με τον τίτλο «Μυθολογήματα», δεκατέσσερα.

Η είσοδος στη συλλογή γίνεται με το ποίημα «Τέλος επισκέψεων» και η έξοδος με το ποίημα «Ανώνυμο». Τα δύο αυτά ποιήματα, με την πλάγια γραφή τους, οιονεί, δείχνουν τις πύλες εισόδου και εξόδου και παράλληλα ορίζουν έναν κόσμο, όπου ο θάνατος και το πένθος έχουν τον κύριο λόγο. Δεν ξέρω αν θα μπορούσαμε να πούμε πως πρόκειται για ένα είδος νέκυιας, για μια βαθιά καταβύθιση στα μύχια του μυαλού και της ψυχής, από όπου αναφύονται και αναδύονται όλα τα πικρά που κάνουν τον ποιητή να απορεί: «Πώς γίνεται λοιπόν με το ‘να χείλι να μιλήσεις», στίχος – υπότιτλος της πρώτης ενότητας και «Πώς γίνεται λοιπόν με το ‘να χείλι να φιλήσεις», στίχος – υπότιτλος της δεύτερης. Η απορία αυτή μας προϊδεάζει για τον πόνο και το πάθος που είναι, βέβαια, ελεγχόμενο, αλλά όχι αθόρυβο, και τον θυμό που έχει κατακλύσει την ψυχή του ποιητή, ο οποίος ξεσπά «σε μοιρολόι αδάκρυτο», αφού «μόνο ο θάνατος δεν υποκορίζεται» («Ανώνυμος»).

Ετσι, κι ενώ από τη μια ενότητα στην άλλη, τα πράγματα φαίνεται πως παρουσιάζουν μια εξέλιξη, το γεγονός, ωστόσο, παραμένει πάντα ίδιο. Ο θάνατος, οριακό γεγονός, κάνει τη ζωή να φαίνεται λίγη και ψεύτικη. Για παράδειγμα στο ποίημα «Εν καταγείω οικήσει σπηλαιώδει» εύκολα η σκέψη από το αφετηριακό πραγματικό μεταπηδά στον φιλοσοφικό στοχασμό.

Πόνος

Στην ενότητα «Ερωτήματα», τα ποιήματα θέτουν τον ποιητή μπροστά στον εαυτό του ή καλύτερα μπροστά στο αναπότρεπτο. Πολλά εξ αυτών εμφανίζονται με την παραδοσιακή μορφή της ποίησης, δείχνοντας τη σκυτάλη που ο νέος ποιητής παρέλαβε από την παράδοση. Συγχρόνως δε με τη ρυθμική σε ομοιοκατάληκτα τετράστιχα, αλλά και σε ελεύθερο στίχο, δείχνουν τον ίδιο πόνο που διατρέχει τις εποχές και τους αιώνες, τον πόνο που τροφοδοτεί τη λυρική ποίηση και γεννά την ίδια απορία, δηλωμένη στον υπότιτλο: «Πώς γίνεται λοιπόν με το ‘να χείλι/ να φιλήσεις;»

Με το ‘να χείλι να φιλήσεις ή να μιλήσεις, θα πεις λόγια μισά, όσα ο πόνος σου επιτρέπει, όσα η λογική σου δεν καταφέρνει να δεσμεύσει. Και ο ποιητής καταφεύγει στον μύθο. Εκεί θα βρει πλούσιο υλικό, όπου, παραμερίζοντας την οθόνη του μυαλού, ερευνώντας στα παρασκήνια και εμβαθύνοντας στα πραγματικά αίτια, θα κοιτάξει κατάματα τις ανθρώπινες πληγές.

Τα «Ρήματα», λοιπόν, είναι μια άλλη ματιά πάνω στη μοίρα των θνητών ανθρώπων, θεών, ημιθέων και ηρώων που ποιητικά ανταμείφθηκαν άλλοι με τη μεταμόρφωσή τους κι άλλοι με τη θεοποίησή τους, άλλοι με την ποιητική εκδοχή τους, η οποία δεν ήταν παρά η συγκάλυψη της αδικίας ή αλλιώς η μοίρα τους.

Ο Παντελής Μπουκάλας είναι ένας λυρικός ποιητής, θρεμμένος από τον πόνο και την κοινωνική του ευαισθησία, η οποία καταφανώς κατακλύζει τη σκέψη του για να χωνέψει τελικά στο στίχο του, επιλέγοντας τη σωστή, την καίρια λέξη ή φράση, που άλλοτε έρχεται από πολύ μακριά για να σφηνωθεί στο ποιητικό σώμα, κι άλλοτε από δίπλα μας, σαν να μας δείχνει πόσο κοντά είναι οι αιώνες του πόνου που μας χωρίζουν ή μας ενώνουν. Φράσεις όπως: «Αλλ’ άλλος άλλω», «Βίος αδιέκδυτος», «Εν καταγείω οικήσει σπηλαιώδει» ή λέξεις αρχαιοπρεπείς νεόπλαστες, όπως «Χειμέαρ», ταξιδεύουν στα ίδια κείμενα για να συνυπάρξουν με τον «Νταλκά», το «Αουτ 2008» ή να κοντραριστούν με την επιθυμία του ρήματος «Λεξείω» (θέλω να μιλήσω), με τον πόνο του «Καρδιοπονόθλιβου» (σαν «άγουρος ποθοφλόγιστος» μας ακούγεται), με τον καημό τού: «Μου παρήγγειλε τ’ αηδόνι». Επιλογές τέτοιες, με τις οποίες ο ποιητής κλείνει το «αδάκρυτο μοιρολόι», το οποίο «Μόνο το αίμα του θυμού το υγραίνει».

* Ο κ. Γιάννης Παπακώστας είναι ομότιμος καθηγητής της Νέας Ελληνικής Φιλολογίας.