ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Διαβάζουμε περισσότερα ή πιο εύκολα βιβλία;

Οι εκδιδόμενοι τίτλοι βιβλίων ετησίως όλο και αυξάνονται· οι αλυσίδες βιβλιοπωλείων επεκτείνονται· τα μπεστ σέλερ «χτυπάνε» νούμερα· και, όλο και συχνότερα, στα μέσα μεταφοράς, στο ταξίδι, στα καφέ, στις παραλίες βλέπουμε ανθρώπους να έχουν για συντροφιά ένα βιβλίο. Αυξήθηκε δηλαδή το αναγνωστικό κοινό στη χώρας μας; Μήπως γίναμε Ευρώπη αντικαθιστώντας εκείνες τις εικόνες με μοναχικούς αναγνώστες στα καφέ των βροχερών ευρωπαϊκών πόλεων με μοναχικούς αναγνώστες σε ελληνικές ηλιόλουστες ακτές και πλατείες; Τι διαβάζουν οι Ελληνες αναγνώστες σήμερα; Αν προσπαθήσουμε να βγάλουμε ένα πρώτο συμπέρασμα για την αναγνωστική συμπεριφορά των νεοελλήνων από τις λίστες των μπεστ σέλερ θα μπερδευτούμε ή θα απογοητευτούμε: στις λίστες της λογοτεχνίας κυριαρχούν σχεδόν απολύτως τα βιβλία της λεγόμενης λάιτ λογοτεχνίας (παραλογοτεχνίας ή ροζ λογοτεχνίας, για άλλους). Αντιθέτως οι λίστες με βιβλία δοκιμίου, ιστορίας, πολιτικής, κ.λπ., καλύπτουν ευρύ φάσμα ενδιαφερόντων και περιέχουν ταυτόχρονα πολύ σοβαρούς τίτλους.

Συγκατοικούν

Από την άλλη ξέρουμε ότι στους πάγκους των βιβλιοπωλείων συγκατοικούν, ανά κατηγορίες πάντα, τα σοβαρά και τα ελαφρά. Δίπλα στον Ντανιέλ Κέλμαν υπάρχει το βιβλίο της Λένας Μαντά (το τελευταίο της ήδη έχει φτάσει τα 80 χιλιάδες αντίτυπα). Δίπλα στα διηγήματα του Πέτρου Πικρού ή στο μυθιστόρημα της Ζυράννας Ζατέλη, υπάρχει το βιβλίο της Εύας Ομηρόλη, της Ντόρας Γιαννακοπούλου (που έχει ξεπεράσει τα 36 χιλιάδες αντίτυπα) ή του Δημήτρη Μπουραντά (που βρίσκεται πάνω από ένα χρόνο στις λίστες των μπεστ σέλερ, τιμήθηκε με το Βραβείο Αναγνωστών και αγγίζει ήδη στην 125η χιλιάδα).

Το μη μυθοπλαστκό βιβλίο έχει κι αυτό τις δικές του κατηγοριοποιήσεις, τις δικές του φίρμες, τα δικά του ευπώλητα και τις δικές του εκπλήξεις. Δίπλα στα αδιαφιλονίκητης υποδοχής βιβλία του Ιρβιν Γιάλομ (Αγρα) βρίσκει το κοινό του μια έκδοση για την ιστορία των Βλάχων, ή το νέο βιβλίο του Συλβέν Γκουγκενέμ «Ο Αριστοτέλης στο Μον Σεν Μισέλ» (εκδ. Ολκός, που ήδη πάει για ανατύπωση). Δίπλα στο βιβλίο του ψυχιάτρου Νίκου Σιδέρη «Τα παιδιά δεν θέλουν ψυχολόγο, γονείς θέλουν» («Μεταίχμιο», που διαβάστηκε ήδη από 15 χιλιάδες αναγνώστες και αφορά τη μεγάλη πλειοψηφία των γονιών) βρίσκεται και η ειδική ανάλυση για την οικονομική κρίση του 2008 του Πωλ Κρούγκμαν που από την αρχή του χρόνου έφτασε τα 18 χιλιάδες αντίτυπα. Δίπλα στη διαχρονική ιστορία του «Μυστικού» (Λιβάνης, που πουλάει διαρκώς πάνω από ένα χρόνο) υπάρχει ένα κοινό που θέλει να μάθει τι σκέφτονται οι μεγάλοι φιλόσοφοι του κόσμου για το θάνατο («Το βιβλίο των νεκρών φιλοσόφων», Πατάκης, 3.000 αναγνώστες σ’ ένα τρίμηνο). Τι συμπέρασμα μπορεί να βγαίνει απ’ όλα αυτά;

Εγγράμματοι

Ο διευθυντής της «Νέας Εστίας» Σταύρος Ζουμπουλάκης θεωρεί την «αναγνωστική διεύρυνση υπαρκτή, αλλά όχι αξιοσύστατη, γιατί δεν αφορά τα βιβλία ποιότητας. Κατ’ αρχάς σ’ αυτήν προσμετράται η μεγάλη αύξηση του παιδικού βιβλίου και η ιλιγγιώδης άνοδος της παραλογοτεχνίας». Κατά τη γνώμη του, το κοινό του δοκιμίου (αισθητικού, ιστορικού, φιλοσοφικού, ψυχολογικού, κ.λπ.) δεν είναι περισσότεροι από 1.000 άτομα για κάθε κατηγορία. «Είμαστε ευχαριστημένοι όταν ένα σοβαρό βιβλίο κάνει 1.000 αντίτυπα», επισημαίνει. Υπάρχουν βέβαια και οι εξαιρέσεις και βιβλία δοκιμίου κάνουν μεγάλες πωλήσεις, είτε επειδή ο συγγραφέας του είναι διάσημος είτε επειδή το θέμα του αγγίζει αναζητήσεις στις οποίες δείχνει ενδιαφέρον ένα ευρύτερο κοινό. «Πάντως οι αυστηρές περιοχές του καλού βιβλίου -επιστημονικό δοκίμιο, καλή λογοτεχνία- είναι πάνω κάτω στα ίδια αναγνωστικά επίπεδα. Αυτή είναι η δική μου απαισιόδοξη άποψη», λέει ο Στ. Ζουμπουλάκης.

Ο επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Γιάννης Παπαθεοδώρου, διαπιστώνει κατ’ αρχήν ότι σήμερα υπάρχει ένα κοινό περισσότερο εγγράμματο κι ότι «η διείσδυση των βιβλίων είναι πλέον διαταξική». Προσθέτει επίσης ότι το δοκίμιο σήμερα έγινε πιο εκλαϊκευμένο, προσαρμοζόμενο στις ανάγκες ενός ευρύτερου κοινού. «Εγινε πιο ποπ το δοκίμιο», λέει χαρακτηριστικά, και συχνά συνοδεύεται από συγγραφείς που είναι μιντιακές περσόνες ή από θέματα που έχουν επικαιρότητα και είναι δημοφιλή. «Μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001 είχαν ανέβει κατακόρυφα οι πωλήσεις αλλά και η προσφορά βιβλίων για το Ισλάμ. Σήμερα μάλλον διαπιστώνουμε μια κάμψη», συμπληρώνει.

Αύξηση

Η κριτικός λογοτεχνίας Ελισάβετ Κοτζιά συμφωνεί με τη διαπίστωση της αύξησης του όγκου των βιβλίων εκλαϊκευμένου δοκιμίου και προσπαθεί να την ερμηνεύσει και να την αξιολογήσει. Την αποδίδει στην αύξηση του μορφωμένου (όχι απαραιτήτως καλλιεργημένου) κοινού και παραλληλίζει την αύξηση αυτή με «δίψα για ευρύτερη μάθηση, που μοιάζει να είναι η εξέλιξη εκείνης της παλιάς αναζήτησης γνώσεων στις μεγάλες εγκυκλοπαίδειες». Προσθέτει δε ένα ακόμα στοιχείο: ότι όπως η σύγχρονη λογοτεχνία αντλεί σήμερα απ’ όλα τα είδη λόγου (ιστορία, φυσική, μαθηματικά, γεωγραφία), έτσι και το επιστημονικό δοκίμιο (εκλαϊκευμένο και μη) καταφεύγει κατά κόρον στο μέσον της αφήγησης ιστοριών. Και αυτό ενισχύει την κυκλοφορία του.

Τα βιβλία που οι εκδότες επιλέγουν σήμερα παρακολουθούν τις αναζητήσεις και τα ενδιαφέροντα του σημερινού αναγνωστικού κοινού. Ετσι στους πάγκους των βιβλιοπωλείων θα συνεχίσουμε, και το επόμενο διάστημα, να βλέπουμε ανακατεμένα τα βιβλία σοβαρού επιστημονικού περιεχομένου, με τα πιο εκλαϊκευμένα του είδους (που δεν σημαίνει ότι δεν είναι έγκυρα), κλασική και μεγάλη λογοτεχνία δίπλα στη λάιτ σύγχρονη μορφή της, συγγραφείς-φίρμες που γοητεύουν το κοινό. Ενα κομμάτι πολιτισμού που συγκεντρώνει όλες τις τάσεις, όλα τα γούστα, όλες τις απόψεις, όλα τα επίπεδα.