ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ο Χρόνος έχει δάκρυ, όπως κι η συμφιλίωση

Πριν από μία εβδομάδα η Λήδα Παπακωνσταντίνου ξημεροβραδιαζόταν στην Ελευσίνα, στο Παλαιό Ελαιουργείο, όπου ετοίμαζε πυρετωδώς τη νέα της δουλειά, «Για Πάντα», τα εγκαίνια της οποίας έχουν προγραμματιστεί για την Τετάρτη, 9 του μηνός, στις 8.30 το βράδυ. Τη συνάντησα λίγες ημέρες πριν από την ολοκλήρωση της πολύτροπης εγκατάστασής της στον βιομηχανικό, μισογκρεμισμένο χώρο του Ελαιουργείου. «Ελα αφού έχει πέσει ο ήλιος, τότε λειτουργεί το έργο», μου είπε από το τηλέφωνο. Εσπευσα. Είχαμε γνωριστεί στο Μετς, όπου έμενε προτού μετακομίσει στις Σπέτσες, ξαναβρεθήκαμε για άλλες δουλειές της στα συμμαχικά νεκροταφεία και στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης και στο Bios, όπου με μια περφόρμανς της γέμισε τον αθηναϊκό πολυχώρο.

Ο χώρος

Οι απαρχές της δημιουργικής πορείας της Λήδας Παπακωνσταντίνου βρίσκονται κάπου στο swinging Λονδίνο του 1966, όπου συχνά έζησε σε κοινόβια και σε καταλήψεις. Σταδιακά, καθιερώθηκε ως μία από τις πρωτοπόρους στη χώρα μας, ειδικά στον χώρο της περφόρμανς. Ομολογώ ότι το δέος της πρώτης γνωριμίας δεν έχει φύγει εντελώς και μολονότι η ίδια είναι γήινη και ζεστή, όσο γενναιόδωρη κι αν είναι στις εξομολογήσεις της, πάντα υπάρχει ένας ορίζοντας πέραν του οποίου τα πάντα είναι αόρατα – ή γίνονται τέχνη.

Ψυχικό αποτύπωμα

Μέσα στο Ελαιουργείο, ένας χώρος πολυδαίδαλος που φτάνει τα 5.000 τ.μ. και θυμίζει τα μυστηριακά, άδεια, φθαρμένα εσωτερικά τοπία των ονείρων ενός ταρκοφσκικού ήρωα, καθώς την έβλεπα να κινείται, γεμάτη ανησυχία για το έργο που γεννιόταν, καθώς στρίβαμε σε διαδρόμους γεμάτους αλλόκοτους ίσκιους και παράξενα φώτα -οι δαχτυλιές της Λήδας στον χώρο-, υπέθετα ότι μια από τις επιθυμίες της εκεί ήταν να ψηλαφήσει το ψυχικό αποτύπωμα του παρηκμασμένου κτίσματος μα και της φορτισμένης με μύθους και μνήμες περιοχής. «Ο χώρος αυτός σε καθηλώνει», λέει ψιθυριστά. Δίπλα ακριβώς, με το εργοστάσιο της ΤΙΤΑΝ να ορθώνεται πίσω του, το ανοιχτό θέατρο φιλοξενεί μια παράσταση των πολυσυζητημένων «Περσών» του Γκότσεφ. Περνάμε πλάι σε έναν γραβατωμένο Μηνά Χατζησάββα, ο οποίος συγκεντρώνεται για να βγει στη σκηνή. Η Λήδα προσέχει πολύ να μην ενοχλήσουμε τους ηθοποιούς. «Οταν πέρσι μου πρότειναν από τον Δήμο Ελευσίνας να συμμετάσχω στα φετινά Αισχύλεια είπα αμέσως ναι. Μπήκα μέσα εδώ και είχα το έργο έτοιμο μέσα μου, λες και το κτίριο γέννησε το έργο. Δεν έχω βάλει έργα μέσα στον χώρο, ο χώρος έχει γίνει έργο».

Ζωή: η διάρκεια

Μπαίνουμε μέσα κι ακούγεται η ηχώ από λυγμούς. Σε οθόνες βλέπουμε δύο γυναίκες να κλαίνε, κοιτώντας την κάμερα. Στη μία είναι η ίδια η Λήδα, στην άλλη η νεαρή ηθοποιός Μαρία Παπαστεφανάκη. Λίγο πιο κάτω, σε κάτι που μοιάζει με πηγάδι, οι ίδιες εικόνες κοιτούν η μία την άλλη τώρα. Στο ταβάνι, δύο άλλα βίντεο μοιάζουν τόσο πολύ με ζωντανές παραστάσεις που για λίγο τρομάζεις: λες κι έχουν εγκλωβιστεί πίσω από ένα παχύ στρώμα πάγου, ανθρώπινες μορφές που ασφυκτιούν.

Ρωτάω τι σημαίνει αυτό το βαρύ «Για Πάντα». «Εχει να κάνει με τα πράγματα μέσα μας και γύρω μας. Τι διαρκεί για πάντα; Ορισμένα πράγματα που υπάρχουν μέσα στον χρόνο είναι για πάντα: για πάντα είναι κανείς παιδί, για πάντα είναι κανείς κόρη ή γιος, πατέρας ή μητέρα, νέος, μεσήλικας, ώριμος, για πάντα είναι κανείς νεκρός, έτσι δεν είναι; Δεν παύεις ποτέ να είσαι αυτό που έχεις υπάρξει και αυτό που θα γίνεις. Με το έργο αυτό δεν ήθελα να εικονογραφήσω απλά τις ιστορίες του χώρου και της τοποθεσίας, όμως αναγκάστηκα να κοιτάξω τη ζωή ή και τη δική μου ζωή. Τη διάρκεια της ζωής».

Υπάρχει κάποιο «στόρι» που μπορεί ο επισκέπτης να παρακολουθήσει; Οχι ακριβώς, λέει. «Η ιστορία ισχύει μόνο σε σχέση με τον χρόνο. Κυρίως είναι η ατμόσφαιρα μέσα στην οποία κυκλοφορεί ο άνθρωπος. Μπορεί να αναγνωρίσει κάτι σε αυτά που βλέπει ή δημιουργεί μια δική του ιστορία. Δεν έχω αποφασίσει για τίποτα. Το μόνο βέβαιο είναι η συνείδηση ότι υπάρχω μέσα σε αυτόν τον τεράστιο χώρο και χρόνο».

Γιατί κλαίνε;

Ακούμε τις ικεσίες του Χορού των Περσών από μακριά όταν το ερώτημα έρχεται αυθόρμητα: γιατί κλαίνε αυτές οι γυναίκες; «Γιατί κλαίνε… Διότι ο χρόνος έχει δάκρυ. Οπως και η αποδοχή – κι η συμφιλίωση έχει δάκρυ. Ο περισσότερος κόσμος ταυτίζει το δάκρυ με τον πόνο και τον πόνο τον εκλαμβάνει σαν ένα κλειστό σύστημα, αρνητικό. Στιγμιαία όμως μόνον συμβαίνει αυτό. Στο σύνολό του είναι κάτι πολύ ανοιχτό κι έχει άπειρα επίπεδα. Δες την υπόθεση του θανάτου. Ο θάνατος συντελείται αλλά δεν τελειώνει κάτι. Δεν πεθαίνει η αγάπη για κάποιον που έχασες». «Ούτε και το μίσος». «Ούτε και το μίσος, φυσικά! Το στιγμιαίο δεν έχει καμία σχέση με αυτό που συμβαίνει για πάντα. Αλλά δεν θέλω να κάνω ψυχολογικές, ανθρωπολογικές αναλύσεις. Με το έργο αυτό είναι σα να εξομολογούμαι στον εαυτό μου, μπορώ να κάνω αυτή τη διαδρομή επιτέλους, συμφιλιωμένη με τις δύο αυτές γυναίκες στις οθόνες. Λείπει μια γυναίκα, βέβαια, αυτή που βρίσκεται λίγο πριν από τον θάνατο, όμως δεν την έχω γνωρίσει ακόμα. Την ξέρω σαν παρατηρητής αλλά όχι ως εμπειρία και οποιαδήποτε αναφορά έχω κάνει εδώ είναι απόλυτα εμπειρική».

Ερωτευμένη με τον Αδη

Βγαίνουμε έξω. Δεν μπορώ να δω όλους τους χώρους – θα ενοχλούσαμε την παράσταση που βρίσκεται σε εξέλιξη. Οι τρεις βασικοί συνεργάτες της Λήδας, οι Μάκης Φάρος, Γαβρίλος Μιχάλης και Αντώνης Γκατζουγιάννης, για τους οποίους μιλάει τρυφερά, περιμένουν άπρακτοι. Μου περιγράφει λοιπόν τους άλλους χώρους, τα παιχνίδια της με το φως και με τους ήχους, με τις σκιές – με το σκοτάδι. «Υπάρχει ένα μαύρο δωμάτιο, μάλλον δεν είναι ακριβώς μαύρο αλλά λείπει το φως. Είναι το αρσενικό, ο μεγάλος έρωτας. Η μάνα ψάχνει την κόρη της κλαίγοντας, αλλά η κόρη έχει ερωτευτεί αυτόν τον καταπληκτικό τύπο και η μάνα θυμώνει. Κάπως σχηματικά το λέω τώρα, αλλά η μάνα της φωνάζει «Πού πας; Σε χάνω, γιατί έφυγες»; Ο άντρας αυτός για τη μάνα είναι ο Αδης, κι όμως από αυτή την απουσία φωτός γεννιέται κάτι, μια άνοιξη». Ή αλλιώς, ξαναδιαβασμένος ο μύθος μιας σύγχρονης Περσεφόνης. Ετσι κι αλλιώς, σε ένα έργο που έχει κάτι αφηρημένο αλλά είναι πλήρες συγκινησιακών στοιχείων και βασίζεται σε προσωπικές, βαθιές εμπειρίες δεν θα μπορούσε να μην καταλαμβάνει μεγάλο χώρο η γυναίκα. Η Λήδα στέκεται ιδιαίτερα στη μορφή της νέας γυναίκας που κλαίει. «Είναι τριάντα ετών περίπου – έχει την ηλικία του γιου μου. Είναι μια ηλικία ωριμότητας για μια γυναίκα: μπορεί σε αυτή την ηλικία να έχει παιδιά, να είναι μητέρα. Εδώ με ενδιαφέρει πολύ η σχέση ανάμεσα σε μια μητέρα και την κόρη της. Μπορεί μια τριαντάχρονη γυναίκα να μην έχει αυτή την εμπειρία, όχι ακόμα ίσως, όμως έχει απόλυτη επίγνωση αυτής της κατάστασης πλέον. Είναι μια δύσκολη στιγμή. Κι εδώ χωράει το δάκρυ. Γιατί μια τριαντάχρονη μητέρα είναι ακόμα μια νέα γυναίκα, πολύ νέα όμως είναι ακόμη και η κόρη της. Εχουν μια γνώση και μια εμπειρία αλλά την ίδια στιγμή μαθαίνουν κιόλας, ανακαλύπτουν πράγματα».

Η αγωνία

Στεκόμαστε πλάι σε μια εντυπωσιακά μεγάλη συκιά. Ο προαύλιος χώρος είναι γεμάτος μικρές και μεγάλες συκιές. Τα φύλλα τους σέρνονται στη σκόνη, αναμετριούνται με τα χαλάσματα. Σκέφτομαι συνεχώς αυτό το «για πάντα», ενθυμούμενος ένα κεφάλαιο από το βιβλίο του αστροφυσικού Πολ Ντέιβις «Τα τελευταία τρία λεπτά του Σύμπαντος», με τον τίτλο: «Το «Για πάντα» διαρκεί πολύ». «Δεν υπάρχει για πάντα», της λέω. «Σε δισεκατομμύρια χρόνια το Σύμπαν θα καταρρεύσει. Με τους όρους της ανθρώπινης ζωής, είναι «για πάντα» – αλλά δεν είναι κιόλας. Ο χώρος και ο χρόνος θα πάψουν σ’ ένα αδιανόητο μακρινό «κάποτε». Είναι αστείο αλλά αυτή η σκέψη δημιουργεί ένα άγχος». Της λέω ότι, όταν σε μια διάλεξή του ο Διονύσης Σιμόπουλος ανέφερε ότι σε πέντε δισεκατομμύρια χρόνια ο Ηλιος θα σβήσει καταστρέφοντας τη Γη, έντρομος ένας ακροατής ρώτησε: «Συγγνώμη, είπατε πέντε δισεκατομμύρια ή πέντε εκατομμύρια χρόνια;» Γελάμε. «Είναι απλά κάτι που δεν το συλλαμβάνεις, όμως βρίσκεσαι μέσα σε αυτό», σχολιάζει. «Με πιάνει κι εμένα αγωνία όταν αναφέρονται τέτοιες κλίμακες. Ηρεμώ όμως διότι βρίσκω έναν τόπο, έναν χώρο που τον καταλαβαίνω. Είναι παρηγορητικός αυτός ο χώρος. Κι ας είναι μηδαμινό το μέγεθός μου μέσα στην απεραντοσύνη».

Η φωτιά

Οι συκιές με τα μεγάλα σκονισμένα φύλλα μας οδηγούν σε μια άλλη κουβέντα. «Οσο καιρό είμαι εδώ και δουλεύω, καίγεται το σύμπαν», λέει μελαγχολικά. «Το μόνο που μπορούσα να κάνω είναι να κοιτάω τα καμένα και να λέω ότι, τελικά, αυτό θα επιβιώσει, όχι εγώ. Η σημαντικότητα η δική μου είναι αμελητέα. Την καταλαβαίνω μόνο σε σχέση με άλλους ανθρώπους. Μέσα στη φύση όμως είναι αστεία η δική μου παρουσία. Με ηρεμεί λοιπόν να κοιτάω τη συκιά. Δεν λυπάται, είναι αυτό που είναι, καλά στέκεται εκεί που στέκεται. Αυτό που δεν μπορούμε να κάνουμε εμείς». Σωπαίνει για λίγο, και μετά: «Ξέρεις, δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι είχα τέτοια αγωνία: τυχαία μου ήρθε πριν από καιρό να καταγράψω με τη μηχανή μου τα κίτρινα λουλούδια της άνοιξης σαν γεωπόνος, κι αυτό συνέπεσε με το οικονομικό κραχ. Τρόμος παντού, και αντ’ αυτού είμαι με μια κάμερα και ψάχνω να δω τι νέο έχει φέρει η άνοιξη. Θα μπορούσα να είχα γίνει ένας έντρομος εξηντάρης, ένα σκουλήκι δηλαδή. Δεν έγινα χάρη στην παρατήρηση ενός φυσικού φαινομένου του οποίου είμαι μέρος».

Η Ελευσίνα είναι λιμάνι και σταθμός

Η Λήδα Παπακωνσταντίνου εγκαταστάθηκε στην Ελευσίνα μέχρι να ολοκληρωθεί το στήσιμο του «Για πάντα». «Ενας τόπος επίπεδος, γεμάτος σκόνη και μια ταπεινότητα», λέει. «Περίμενα να βρω τη στερεοτυπική εικόνα της βαριάς βιομηχανίας με τα αφεντικά και τους εργάτες – υπάρχει αυτό, αλλά οι άνθρωποι εδώ έχουν βρει τις δικές τους ισορροπίες. Και η ανθρωπογεωγραφία είναι πιο πλούσια από εκείνη της Αθήνας. Προχθές έπεσα πάνω σε μια μετανάστρια από την Κολομβία! Είναι ένα λιμάνι, αλλά είναι και σταθμός: ο κόσμος δεν διέρχεται απλώς από εδώ, μένει. Ωστόσο, δεν ήθελα να εικονογραφήσω τη βαριά ιστορία και μυθολογία του τόπου.

Ηθελα ο τόπος σαν αύρα, σαν ατμόσφαιρα, να περνάει μέσα στο έργο». Η Λήδα δούλευε όλη μέρα στο Ελαιουργείο. «Πήγαινα στο ξενοδοχείο μου το μεσημέρι μόνον, για λίγο. Είχα καιρό να το κάνω αυτό: να είναι όλος μου ο χρόνος έργο. Κι ευτυχώς, η Ελευσίνα δεν σου περνάει αυτή την αίσθηση του κατ’ επείγοντος όπως μια μεγάλη πόλη».

Η έκθεση της Λήδας Παπακωνσταντίνου «Για πάντα» πραγματοποιείται στο Παλαιό Ελαιουργείο, στην παραλία της Ελευσίνας, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αισχυλείων 2009. Ανοιχτά καθημερινά και Σαββατοκύριακα, 7.30 μ.μ. – 12 π.μ. Διάρκεια έκθεσης: 10 Οκτωβρίου.