ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ιαπώνων πάθη και αίγλη

Χαρούκι Μουρακάμι: «Σπούτνικ αγαπημένη». Μετάφραση από τα αγγλικά: Λεωνίδας Καρατζάς, εκδόσεις «Ωκεανίδα», σελ. 292.

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Η εικοσιτριάχρονη Σουμίρε φιλοδοξεί να γίνει συγγραφέας και να καταπλήξει την πατρίδα της, την Ιαπωνία και όχι μόνον. Λίγο προτού εξαφανιστεί σε ένα αιγαιοπελαγίτικο νησί, γράφει συνεχώς, ιδίως όταν πρόκειται να κατανοήσει σε ικανό γνωσιολογικό βάθος κάτι που την απασχολεί βασανιστικά. Ο,τι δηλαδή πράττει συστηματικά και ο κεντρικός ήρωας ενός άλλους μυθιστορήματος του ίδιου συγγραφέα. Παραθέτω «Ετσι είμαι φτιαγμένος εγώ: για να καταλάβω κάτι, πρέπει να το γράψω […] συνεχίζω να γράφω αυτό το βιβλίο με την απελπισία του πεινασμένου που ρουφάει άψυχα κόκαλα.». (Ιδέτε «Νορβηγικό δάσος», μετάφραση: Μαρία Αγγελίδου, εκδόσεις «Ωκεανίδα», σ.σ.: 13 και 21).

Και εδώ η εξιστόρηση δεν μοιάζει καθόλου με ό,τι παράγει φερ’ ειπείν το επιβλητικό ύφος του πολύτροπου, επίσης Ιάπωνα, Τζουνίτσιρο Τανιζάκι, όπου το παν διαχέεται μέσα στο άκρως διαβρωτικό κιάρο σκούρο των ευφυών αποδόσεων, ούτε ανακαλεί τις συνειδητά αμφίσημες εμπεδώσεις του μεγάλου μάστορα, του νομπελίστα Γιασουνάρι Καουαμπάτα, όπου οι ανεκπλήρωτες επιθυμίες καταδυναστεύουν την άπραγη συνήθως ύπαρξη. Περισσότερο κοντά στον «πραγματισμό» του Κόμπο Αμπέ και στη νευρωσική αμεσότητα του άλλου νομπελίστα, του Κενζαμπούρο Οε, η γραφή παρακολουθεί τις διακυμάνσεις των χαρακτήρων, με ιδιαίτερη πεζογραφική σύνεση και άνεση. Χωρίς τις φυγόκεντρες εξακτινώσεις ή τις γοητευτικές παλινωδίες του χειμαρρώδους, αλλά και αποτελεσματικού «Κουρδιστού πουλιού», το οποίο είναι ό,τι αρτιότερο έχει γράψει έως σήμερα ο Χαρούκι Μουρακάμι (επίσης, «Ωκεανίδα»), το «Σπούτνικ αγαπημένη» ολοκληρώνει με επιτυχία το πρωταρχικό κειμενικό σχέδιο.

Η Σουμίρε, Βιολέτα στα ιαπωνικά, θα προσπαθήσει ματαίως να μάθει ποιος επιτέλους είναι ο εαυτός της. Είναι εργατική, τολμηρή και φιλότιμη. Εχοντας ερωτευθεί παράφορα μιαν επιτυχένη και ευειδή επιχειρηματία, τη συμπατριώτισσά της Μίου, διαισθάνεται ότι προσεγγίζει απύθμενα εσωτερικά βάθη, όπου το εγώ σπαράσσεται τόσο από οριακές υπαρξιακές αμφιβολίες, όσο και από αλλεπάλληλες αυτοαναιρέσεις. Αυτό το ον, το οποίο απομένει στην επιφάνεια των πραγμάτων για να καταγράψει όσο πιο ευσυνείδητα μπορεί τις κυριότερες φάσεις από το μαρτύριο της αυτογνωσίας, θυμίζει την ανθρώπινη μονάδα του Ντέιβιντ Χιουμ, η οποία, δυστυχώς δεν διαθέτει εκ γενετής τα ικανά και αναγκαία εκείνα εφόδια ψυχής και νου για να διερμηνεύσει κατ’ ουσίαν όλα εκείνα, τα οποία εξ ορισμού την αφορούν, την ίδια της την ταυτότητα. Την επίπονη διαδρομή της στην ενδοχώρα του Εαυτού παρατηρεί όσο μπορεί ο συχνά πυκνά καταθορυβημένος από τα καμώματα της Κ, ο συμμαθητής των παιδικών τους χρόνων, ο ειλικρινέστερος των φίλων της, ο οποίος είναι μάλιστα ερωτευμένος μαζί της. Το ρομάντζο δεν είναι δυνατόν εκ προοιμίου να έχει αίσιο τέλος. Η σαφώς ελλειμματική ιδιοσυγκρασιακά Μίου θα παραιτηθεί των προσπαθειών της να βρει τη Σουμίρε, ενώ ο Κ. μάλλον θα φαντασιώνεται στο μέλλον την επιστροφή της. Τα όρια που χωρίζουν την πραγματικότητα από τον κόσμο των ονείρων μάλλον συγχέονται. Η ασάφεια αυτή δεν παράγει κατ’ ανάγκην πόνο. Ο Κ. πιθανότατα βιώνει σωματικά – πνευματικά ένα είδος ενότητας των ορατών και των νοουμένων.

Από την άποψη αυτή ο διαρκώς αναστοχαζόμενος Χαρούκι Μουρακάμι συναντά για άλλη μια φορά την προοπτική του Γκέοργκ Βίλχελμ Φρίντριχ Χέγκελ, ο οποίος δεν δίστασε να συναιρέσει αναλόγως: «αλλά η ζωή του πνεύματος δεν φοβάται τον θάνατο, μήτε είναι απαλλαγμένη από αυτόν. Ζει μαζί του και διατηρείται ολόκληρη μέσα του». Η Σουμίρε θα τηλεφωνήσει κάποια στιγμή στον Κ., αλλά δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι αν ο Κ. επινοεί καταστάσεις ή αν πρόκειται για αυθεντική επανεμφάνιση της παρορμητικής φίλης του. Το απόσπασμα που παραθέτω είναι χαρκτηριστικό των συναφών αποκρυσταλλώσεων: «…την ελληνική μουσική που άκουσα απ’ τη βουνοκορφή εκείνη τη νύχτα. […] Την αίσθηση της αποστασιοποίησης από την πραγματικότητα που ένιωσα όταν με ξύπνησε η μουσική […] Παίρνω μια βαθιά ανάσα και βγάζω τον αέρα από τα πνευμόνια μου. Μια σκέψη αρχίζει να σχηματίζεται στο μυαλό μου, αλλά στο τέλος καταλήγει στο μηδέν. Οχι πως υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στα δύο, ανάμεσα στη σκέψη και τη σκέψη. Ανακαλύπτω ότι δεν μπορώ πια να διακρίνω ανάμεσα στο ένα και το άλλο, ανάμεσα σε πράγματα που υπήρχαν και σε πράγματα που δεν υπήρχαν». (Ιδέτε σελ. 285).

Η μετάφραση αν και από δεύτερο χέρι διαβάζεται χωρίς προσκόμματα.