ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Μαθήματα Ιστορίας γύρω από τα Βαλκάνια του ’20

Κώστας Ασημακόπουλος, «Εκείνοι που δεν έφυγαν», Αγκυρα, 2008.

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ. Ο συγγραφέας αφιερώνει αυτό το βιβλίο του «Στη μνήμη του Mile Zagajac, Σέρβου πατριώτη, διπλωμάτη και θερμού φιλέλληνα», που μετέφρασε πολλά ελληνικά λογοτεχνικά έργα στη γλώσσα του, ενώ έλεγξε το παρόν και για τα ιστορικά στοιχεία του, αν και δεν πρόλαβε να δει την έκδοσή του. «Θα είναι πάντα ένας από Εκείνους που δεν έφυγαν». Είναι, βεβαίως, πολύ γνωστός μας ο Κώστας Ασημακόπουλος, τόσο ως μυθιστοριογράφος και διηγηματογράφος (τα «Ο Βασιλιάς και το άγαλμα», «Η Αλτάνα της Πάργας» και η συλλογή «Ο χορός του Οσμάν Τάκα» έχουν βραβευθεί από την Ακαδημία Αθηνών), όσο και ως θεατρικός συγγραφέας (διεθνές Premio Pirandello, το 1998). Εχει συγγράψει επίσης δοκίμια και ταξιδιωτικά και έχει εκδώσει και παρουσιάσει πλήθος μεταφράσεων και θεατρικών διασκευών. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η συμβολή του στην ανθολόγηση ξένων ποιητών και πεζογράφων – από την άλλη, δικά του πρωτότυπα έργα και ανθολογίες έχουν μεταφραστεί σε πολλές ξένες γλώσσες. Το ασυνήθιστο, μάλιστα, στην περίπτωσή του είναι ότι κάποια από τα έργα του εκδόθηκαν αρχικά σε ξένη γλώσσα.

Η πολύ καλή σχέση του Κ. Ασημακόπουλου με τον βαλκανικό χώρο επιβεβαιώνεται και συγγραφικά με το ανά χείρας βιβλίο, του οποίου η υπόθεση εκτυλίσσεται σε διάστημα 8 χρόνων, 1915 – 1923 και είναι τόσο στενά συνδεδεμένη με την ιστορία των Βαλκανίων εκείνης της περιόδου, ώστε μερικές φορές να αναγνωρίζει ο αναγνώστης ότι του παραδίδονται πολύτιμα μαθήματα. Τα μαθήματα, όμως, δεν αφορούν μόνο τα γεγονότα, αλλά και τη νηφάλια αντιμετώπιση και ερμηνεία τους από τον συγγραφέα.

Η ιστορία ξεκινάει με την υποχώρηση του σερβικού στρατού μετά την κήρυξη του πολέμου από την Αυστρία και στο κέντρο της βρίσκεται η οικογένεια του Σάββα Πάβλιτς, που έχει στείλει και τα τέσσερα αγόρια της στον πόλεμο. Ο ένας από αυτούς πεθαίνει πριν επιβιβαστεί ο στρατός στα καράβια για να φτάσει εξουθενωμένος στην Κέρκυρα – η μεταφορά του διήρκεσε από τις 18 Ιανουαρίου μέχρι τις 23 Φεβρουαρίου 1916. Με πολλές λεπτομέρειες και περίσσια συγκίνηση, ο συγγραφέας περιγράφει πώς έγιναν δεκτοί οι πρόσφυγες στο νησί και τελικά, εστιάζει στην ερωτική ιστορία της Ελισάβετ Γιαλυνά – Θεοτόκη, μιας παντρεμένης Κερκυραίας, και του Μίρκο, του τελευταίου επιζώντος από τους τέσσερις αδελφούς. Η εξέλιξη είναι δραματική και τα συναισθήματα που δοκιμάζουν οι ήρωες έντονα και βασανιστικά, καθώς ανάμεσά τους δεν υπάρχουν κακοί, παρά μόνον άνθρωποι, που εξωθούνται κάποτε σε ακραίες συμπεριφορές λόγω των περιστάσεων. Στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου, η δράση, τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική, είναι καταιγιστική, αντάξια ενός γνήσιου ρεαλιστικού (ψυχολογικά, κοινωνικά και ιστορικά) μυθιστορήματος.

Παράλληλα με την ιστορία, η οποία διαδραματίζεται σε Ελλάδα, Σερβία και Ιταλία, άλλοτε παρακολουθούμε τις διακριτικές νύξεις του συγγραφέα στη ζωή και το έργο του Σέρβου ποιητή Μιλούτιν Μπόιτς, άλλοτε, σύμφωνα και με υποσημείωση του ίδιου του συγγραφέα, διαβάζουμε μια ιστορία – «παραλλαγή ιδέας από νουβέλα της Κατίνας Παπά», άλλοτε μια «ετεροχρονισμένη παραλλαγή της ιστορίας του συγγραφέα Λευκάδιου Χερν», άλλοτε μια νύξη στην ιστορία των φωτογράφων, αδελφών Μανάκη. Με τη χαρακτηριστική ιδιοσύνταξή του και το πηγαίο ταλέντο του αφηγητή, ο Κ. Ασημακόπουλος μας δίνει εδώ ένα πλούσιο μυθιστόρημα, για μια εποχή που φαίνεται να γνωρίζει καλά και την οποία αναπαριστά ζωντανή, φλέγουσα κάποτε. Αλλά πέρα από τον συγκεκριμένο χωροχρόνο, οι χαρακτήρες του είναι και αυτοί φτιαγμένοι με αλήθεια και στοργή, με ό,τι καλύτερο είχε ο ίδιος ο συγγραφέας να τους δώσει.