ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Τα αγάλματα επιστρέφουν στη στέψη του μουσείου

ΜΟΥΣΕΙΟ. «Κύριε διευθυντά! Τι κάνατε αυτά τα ωραία αγάλματα από το στηθαίο του μουσείου;». Ο Νίκος Καλτσάς που διευθύνει το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο ήταν συνηθισμένος χρόνια τώρα στις ερωτήσεις που του έκαναν φίλοι του μουσείου. Αλλοι επιτακτικά από το τηλέφωνο, άλλοι από κοντά. Ομως τα τέσσερα αγάλματα, ο Απόλλωνας, η Ηρα, ο Αρης και η Ειρήνη με τον Πλούτο, όπως είχαμε συνηθίσει να τα βλέπουμε εκεί ψηλά, είχαν τραυματιστεί από τον σεισμό του 1999 και έπρεπε στη θέση τους να μπουν νέα αντίγραφα.

Θωρακισμένα να αντέχουν

Οσο τα πρωτότυπα δέχονταν τις φροντίδες των συντηρητών στα εργαστήρια, προκηρύχθηκε διαγωνισμός για την τοποθέτηση πιστών αντιγράφων, όχι πήλινων όπως τα παλιά αλλά από ειδική τσιμεντοκονία στην απόχρωση του πηλού προκειμένου να θωρακιστούν στις έντονες καιρικές συνθήκες. Τα καινούργια τσιμεντένια αντίγραφα που ζυγίζουν από 329 έως 516 κιλά, έχουν χυτευθεί «κούφια», διαθέτουν εσωτερικό οπλισμό (ατσαλόβεργες) για αντοχή και σταθερότητα και επιχρίστηκαν με βερνίκι στεγανοποίησης.

«Αργήσαμε λίγο, αλλά έπρεπε να γίνει και μελέτη στερέωσης ώστε να μη δημιουργηθεί κάποιο πρόβλημα σε επερχόμενο σεισμό», λέει στην «Κ» ο Ν. Καλτσάς. «Εγινε ειδική κατασκευή με ανοξείδωτες λάμες ώστε να ελαχιστοποιήσει την καταπόνηση του στηθαίου. Το βάρος μάλιστα μεταφέρθηκε στο πίσω μέρος για να μην έχουμε δυσάρεστες εκπλήξεις».

Η επανατοποθέτηση των τεσσάρων αγαλμάτων (έξι ήταν αρχικά) στη μνημειακή πρόσοψη του διατηρητέου, και κηρυγμένου ως ιστορικού μνημείου, κτιρίου του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου θα γίνει το πρωί της Δευτέρας.

Η «επιστροφή»

Ημέρα που το μουσείο είναι κλειστό για το κοινό. Οσοι όμως είναι εκεί κοντά θα δουν όλη τη διαδικασία. Τον μεγάλο γερανό στο προαύλιο με τον οποίο θα σηκωθούν τα αγάλματα και θα στερεωθούν κατά μήκος του κεντρικού στηθαίου, τους τεχνικούς και βέβαια τον μηχανικό δρα Κώστα Ζάμπα και την ομάδα του, που εκπόνησε τη μελέτη τοποθέτησης.

«Εχει σημασία η επανατοποθέτησή τους. Είναι ένα βασικό κομμάτι που αφαιρούσε από τον χαρακτήρα του μουσείου», λέει ο διευθυντής του μουσείου, υπογραμμίζοντας την αγάπη που είχε ο Ερνέστος Τσίλλερ (είχε αναλάβει την επίβλεψη και ολοκλήρωση της οικοδομής το 1888-89 και διαμόρφωσε, κάνοντας αρκετές αλλαγές, εξ αρχής την πρόσοψη του κτιρίου) να τοποθετεί αγάλματα στις προσόψεις των κτιρίων.

Το στηθαίο είχε έξι πήλινα αγάλματα, αντίγραφα σημαντικών πρωτότυπων γλυπτών έργων της κλασικής αρχαιότητας, τα οποία τοποθετήθηκαν στις άκρες, σε δύο ομάδες των τριών, ώστε η διάταξή τους να δημιουργεί ορθή γωνία. H Δήμητρα, ο τύπος της οποίας δεν έχει αναγνωριστεί, ο Απόλλων του τύπου Belvedere, ρωμαϊκό αντίγραφο ενός πρωτότυπου έργου του 330 π.Χ., ίσως του Αθηναίου γλύπτη Λεωχάρη, η Ηρα με κεφαλή στον τύπο της «Ηρας Ludovisi», ρωμαϊκού έργου του 40 μ.Χ., ο Αποξυόμενος, ρωμαϊκό αντίγραφο ενός πρωτότυπου έργου του 320 π.Χ. του Σικυώνιου γλύπτη Λυσίππου, το σύμπλεγμα της Ειρήνης και του Πλούτου, ρωμαϊκό αντίγραφο ενός πρωτότυπου έργου του 370 π.Χ. του Κηφισοδότου του Πρεσβυτέρου, πατέρα του Πραξιτέλη και ο Αρης του τύπου Borghese, ρωμαϊκό αντίγραφο ενός πρωτότυπου έργου του 420-400 π.Χ., ίσως του Αθηναίου γλύπτη Αλκαμένη.

Οσοι έμειναν

Μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου απομακρύνθηκαν η Δήμητρα, ο Αποξυόμενος και ο Αρης. Τα άλλα τρία παρέμειναν στην αρχική θέση τους, ενώ τη θέση του Αποξυομένου κατέλαβε το πήλινο αντίγραφο του αγάλματος του Διαδουμένου αθλητή, ρωμαϊκού αντιγράφου ενός πρωτότυπου έργου του 430 π.Χ. του Αργείου γλύπτη Πολυκλείτου. Εργο από τον διάκοσμο του «Ιλίου Μέλαθρον», οικία Σλήμαν. Εκτοτε στο στηθαίο έμειναν ο Απόλλων, η Ηρα, ο Διαδούμενος και η Ειρήνη με τον Πλούτο. Κι αυτοί αποσύρθηκαν πριν από δέκα χρόνια τραυματισμένοι. Από τη Δευτέρα τη θέση τους θα πάρουν τα τσιμεντένια καινούργια αντίγραφα.

Η εκμάγευση, η χύτευση, ο οπλισμός, ο χρωματισμός τους εκπονήθηκε από τους συντηρητές Β. Μαρκάκη, Χρ. Στεφανίδη, Β. Λιόλιο και Δημ. Λαφαζάνη, ενώ οι ανοξείδωτες βάσεις κατασκευάστηκαν, βάσει της μελέτης του Κ. Ζάμπα, από τον μηχανουργό Μαρκέλλο Βαρεντζή.

Η κατασκευή των αντιγράφων χρηματοδοτήθηκε από το Γ΄ ΚΠΣ. Στο έργο της μελέτης συνέβαλε η Εταιρεία των Φίλων του Μουσείου, ενώ οι εργασίες τοποθέτησης χρηματοδοτήθηκαν από το ΥΠΠΟ και τον Δήμο Αθηναίων.