ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

«Πόλη, η πρώτη μας κι η τελευταία αγάπη»

ΣΟΦΙΑ ΣΠΑΝΟΥΔΗ

Γράμματα από την Πόλη

επιμ. Αλέξιος Σαββάκης

εκδ. Εστία

Το φθινόπωρο του 1930, με νωπά τα ίχνη της Μικρασιατικής Καταστροφής στους τόπους, τα σώματα και τις ψυχές, ο Ελευθέριος Βενιζέλος καταφέρνει επιτέλους αυτό που επί μια πενταετία επίμονα επιδιώκει, υπογράφει με τον πρωθυπουργό της Τουρκίας Ινονού το σύμφωνο ελληνοτουρκικής φιλίας – το οποίο θα ολοκληρωθεί με μια σειρά συμφωνίες, οικονομικές και εμπορικές ως επί το πλείστον. Οι πρόσφυγες, δυσαρεστημένοι από την επαύριο της Σύμβασης Ανταλλαγής των Πληθυσμών το 1923 ήδη θα απομακρυνθούν οριστικά από το Κόμμα των Φιλελευθέρων και τη real politik του. Οι οπαδοί του θα ελπίσουν το τέλος των ανταγωνισμών με τη γείτονα, μια διηνεκή ελληνοτουρκική φιλία, σαν αυτή για την οποία γινόταν λόγος πριν ακόμα από την Αλωση και η οποία έως σήμερα στοιχειώνει την πολιτική ζωή της Ελλάδας.

Κοσμοπολίτισσα

Ανάμεσά τους, η μια πολίτισσα λογία, πρόσφυγας από το 1922 στην Αθήνα, όπου εργάζεται ως δασκάλα μουσικής και μουσικοκριτικός, η Σοφία Σπανούδη (1878-1952). Η Σπανούδη, την οποία ο Γιώργος Θεοτοκάς θα χαρακτηρίσει «δασκάλισσα του ενθουσιασμού στην Ελλάδα» για το χάρισμά της να δίνεται σε ό,τι κάνει και σε ό,τι ονειρεύεται, είναι σύζυγος του δημοσιογράφου Κωνσταντίνου Σπανούδη, εκδότη της πολίτικης εφημερίδας «Πρόοδος», που στα υπερσύγχρονα μηχανήματά της που δεν είχε προλάβει καν να χρησιμοποιήσει στην Καταστροφή τυπωνόταν για χρόνια η «Τζουμχουριέτ». Εξαιρετικής παιδείας και καλλιέργειας, κοσμοπολίτισσα, η Σπανούδη είναι αποφασισμένη να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα, σε αντίθεση με πολλούς άλλους πρόσφυγες, μεταξύ των οποίων και ο άντρας της. Στα τριάντα χρόνια που θα ζήσει στην Αθήνα, θα στηρίξει τους νέους και το νέο, όπως αυτή το αντιλαμβάνεται, με όλες της τις δυνάμεις – από τον Καλομοίρη και την Κάλλας ώς τον Τσιτσάνη και τον Τσαρούχη.

Ζωντανή, παρορμητική, παράφορη, θα βρεθεί το 1932 και πάλι στην αγαπημένη της Πόλη, δέκα χρόνια μετά την καταστροφή, ως απεσταλμένη της εφημερίδας «Πρωΐα», που θέλει να μιλήσει στους αναγνώστες της για τη νέα Τουρκία, την ευρωπαϊκή και εκσυγχρονισμένη Τουρκία του Κεμάλ. Αυτές τις ανταποκρίσεις της, μαζί με κάποια μεταγενέστερα κείμενα, συγκέντρωσε με μεράκι και γνώση ο Αλέξιος Σαββάκης, εισάγοντάς μας στο κλίμα της εποχής μέσα από τα μάτια μιας γυναίκας που βίωσε την ξενότητα ως ανοιχτότητα και τη διαφορά ως πλούτο, όπως την περιγράφει στην εμπεριστατωμένη εισαγωγή του. Κείμενα ζωντανά και γλαφυρά, γραμμένα με τρόπο που να περνάνε την τουρκική λογοκρισία αλλά και να λειτουργούν σε πολλά επίπεδα, συναρθρώνουν στην ίδια φωνή ποικίλους λόγους. Το βιωματικό λόγο του πρόσφυγα, που νοσταλγεί και θέλει να κλείσει στις λέξεις του όλες τις εικόνες της γενέθλιας γης, για τον ίδιο αλλά και για όσους δεν θα την αντικρίσουν ποτέ ξανά. Τον ορθολογικό λόγο του οπαδού της ελληνοτουρκικής προσέγγισης, ως απαρχής μιας νέας ειρηνικής και δημιουργικής εποχής για τη νέα πατρίδα. Το λόγο της μνήμης και το λόγο του μέλλοντος, τους οποίους προσπαθεί να συναιρέσει σε μια ψύχραιμη οπτική που επιτρέπει, ωστόσο, ενίοτε, να διαφαίνεται το τσάκισμα της φωνής και ο πόνος της ψυχής: «Η πρώτη μας κι η τελευταία αγάπη, η αγιάτρευτη, η Πόλη, η γλυκειά πατρίδα, που μετά δέκα χρόνια την ξαναντικρύζουμε χωρίς κανένα συναίσθημα «γλυκυτάτου νόστου» προσπισμένοι από τον αμείλικτο θώρακα της ιστορικής πραγματικότητας, ήρεμα, αντικειμενικά, με μάτι γυμνό, χωρίς το ιριδόχρωμο πρίσμα των δακρύων».

Αγκαλιάζει λοιπόν με το βλέμμα της την Πόλη η Σπανούδη και μιλάει για τα νερά και τις θάλασσες, τον άνεμο και τις κρήνες, τις εκκλησιές και τα μοναστήρια, τα τζαμιά και τα παλάτια, τα καλκάνια και τους ξιφιούς, τα πλατάνια και τα μπαχαρικά, τους γλάρους και τον κουλά, τα χαρέμια, το τσαρσί και τον Πιερ Λοτί. Μιλάει για το πώς ήταν όλα και πώς έγιναν σ’ αυτή τη δεκαετία που συμπυκνώνει τον κεμαλικό εκσυγχρονισμό, τον οποίο επαινεί διαρκώς, χαρούμενη για τις προόδους που σημειώνει η γειτονική χώρα, έστω και χωρίς τους Ελληνες πια.

Συνέντευξη

Αυτή η αμετακίνητη επιλογή της υπέρ της κεμαλικής πολιτικής στο πλαίσιο της ελληνοτουρκικής προσέγγισης, η οποία συχνά ξενίζει, της επέτρεψε άλλωστε να πάρει συνέντευξη από τον μεγάλο «Τολμηρό», όπως τον χαρακτηρίζει, τον «ανδρικώτερο από τους άλλους», που σαν ήρωας του Ταγχώυζερ δεν αφέθηκε στα μάγια της «βασίλισσας των νερών», της πλανεύτρας Πόλης και έκανε πρωτεύουσά του την Αγκυρα. Το τελευταίο κείμενο, του 1949, λίγο πριν από το θάνατό της, που αναφέρεται στον Ιωνα Δραγούμη και στο όραμά του για την εντός Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατίσχυση του ελληνισμού, με το στίχο του Κωστή Παλαμά για το θάνατο του Ιδα στον τίτλο, αναδιευθετεί την ανάγνωσή μας και φωτίζει ακόμα πιο καθαρά τον πολύπλοκο τρόπο με τον οποίο η Σπανούδη αφήνει τελικά το νόστο να εκφραστεί, όχι μόνο για την Πόλη του 20ού αιώνα που άφησε πίσω της, αλλά για μια ολόκληρη παράδοση οριστικά χαμένη.

Τα κείμενά της διαβάζονται σήμερα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για έναν επιπλέον λόγο. Επειδή στου κύκλου τα γυρίσματα, το γιασμάκι και ο φερετζές που έβγαλαν οι γυναίκες χάρη στον Κεμάλ επανέκαμψαν δριμύτερα, οι ελάχιστοι εναπομείναντες Ελληνες της Πόλης μετά τους συστηματικούς διωγμούς ψηφίζουν Ερντογάν και ο σύγχρονος κεμαλισμός είναι αντιευρωπαϊκός και η θρησκεία επανέρχεται στην καρδιά του κράτους. Οσο για την ελληνοτουρκική φιλία, που έκτοτε έχει περάσει από σαράντα κύματα, μένει ένα ζήτημα ανοιχτό και αμφιλεγόμενο. Μια ιστορική μαρτυρία που διαβάζεται και ως μια περιήγηση στο χώρο και στο χρόνο, σε μια πόλη και έναν πολιτισμό.