ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Το μήνυμα των θυμωμένων Αμερικανών

Στην 66η Μόστρα της Βενετίας, που τέλειωσε σήμερα, παρά το γεγονός ότι συμμετείχαν ταινίες από 32 χώρες σε όλα τα τμήματα του φεστιβάλ, τον τόνο έδωσαν και φέτος οι αμερικανικές συμμετοχές. Οχι μόνον επειδή διαθέτουν τα μεγαλύτερα ονόματα και κάνουν την εντονότερη εντύπωση στο κόκκινο χαλί του Λίντο, αλλά επειδή η θεματολογία των ταινιών και το μήνυμα ήταν σαφές, ισχυρό και πολιτικό.

Τέσσερις από τις αμερικανικές ταινίες που προβλήθηκαν στη Μόστρα, είχαν πολιτική άποψη, μηνύματα για την παρούσα κατάσταση του κόσμου, την οικονομική κρίση, τον πόλεμο, το θολό κλίμα στον χώρο των επιχειρήσεων, την προσπάθεια των μικρών χωρών να αρθρώσουν λόγο και ανάστημα απέναντι στις μεγάλες. Και οι ταινίες αυτές το έκαναν με θυμό, αλλά και χιούμορ, παρουσιάζοντας τη θέση τους με τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι προσιτές στο κοινό και προϊόν ψυχαγωγίας.

Τα golden boys

Από τον Μάικλ Μουρ δεν περιμένει κανείς να είναι λεπτός και διακριτικός. Ολες οι προηγούμενες ταινίες του ακολουθούν την «κατά μέτωπον» τακτική, με συνήθεις αντιπάλους τις συντηρητικές πολιτικές και το μεγάλο κεφάλαιο. Το τελευταίο του ντοκιμαντέρ έχει τον ειρωνικό τίτλο «Capitalism: a love story» και με αφηγητή / παρουσιαστή / κομπέρ τον ίδιο, ξεδιπλώνει μια σειρά από εξωφρενικές περιπτώσεις ανθρώπων που έχουν χάσει τα πάντα εξαιτίας όχι μόνον της οικονομικής κρίσης, αλλά του γενικότερου συστήματος των μεγάλων επιχειρήσεων και της πολιτικής των τραπεζών.

Πολλά μπορεί να καταλογίσει κανείς στον Μουρ, ακόμη και ότι και ο ίδιος είναι ένα κομμάτι του ίδιου του συστήματος. Ωστόσο, ξέρει πολύ καλά πώς να κάνει εύληπτο και ψυχαγωγικό ένα δύσκολο θέμα, με γρήγορο μοντάζ και εξευτελίζοντας με ευκολία όσους έχουν την ατυχία να βρεθούν στο στόχαστρό του. Ο Μουρ φτάνει στο σημείο να εξευτελίσει τόσο το Patriot Act του Τζορτζ Μπους όσο και τα golden boys της Wall Street, πηγαίνοντας με μεγάλες σακούλες στην είσοδο του Χρηματιστηρίου και απαιτώντας να κάνει πολιτική σύλληψη (όπως ορίζει ο «πατριωτικός» νόμος), αλλά και τα δισεκατομμύρια δολάρια που έχασε ο αμερικανικός λαός εξαιτίας των παιχνιδιών των επιχειρήσεων και των τραπεζών.

Το «Capitalism: a love story» ακολουθεί με συνέπεια την πολιτική γραμμή του Μουρ, ο οποίος εξακολουθεί να δηλώνει την υποστήριξή του στον Μπαράκ Ομπάμα, με την επισήμανση ότι από μόνος του θα μπορεί να κάνει ελάχιστα, αν δεν έχει τη διαρκή υποστήριξη του αμερικανικού λαού. Στην ταινία, πάντως, ο Μουρ αμφισβητεί τη διαρκή υποστήριξη του αμερικανικού λαού στο καπιταλιστικό σύστημα. Πού έχει οδηγήσει αυτή; Επειτα από μια περίοδο πλαστής ευημερίας, στην απώλεια 14.000 θέσεων εργασίας κάθε μέρα. Είναι καιρός να αλλάξουν τα πράγματα και οι αντιλήψεις και η Αμερική να κινηθεί προς ένα περισσότερο δημοκρατικό σύστημα και στην οικονομία, είναι το συμπέρασμα του Μουρ.

Λατινική Αμερική

Με τη Wall Street είχε ασχοληθεί παλαιότερα ο Ολιβερ Στόουν, την εποχή της παντοδυναμίας των χρηματιστών και του εύκολου πλουτισμού. Σήμερα, ο Στόουν στρέφει τη ματιά του στη Νότια Αμερική και στις προσπάθειες των χωρών αυτών να αποκτήσουν δυνατή φωνή και παρουσία, έπειτα από χρόνια πολιτικής αστάθειας. Το «Νότια των συνόρων» είναι ένα ντοκιμαντέρ που επιχειρεί να καταγράψει αυτές τις προσπάθειες, το τι συμβαίνει σήμερα στις χώρες της Νότιας Αμερικής, αλλά και να παρουσιάσει κάποιες από τις φλογερές ηγετικές προσωπικότητες της περιοχής. Εκτεταμένο χρόνο αφιερώνει ο Στόουν στον πρόεδρο της Βενεζουέλας Ούγκο Τσάβες, η στάση του οποίου απέναντι στην Αμερική έχει αλλάξει κατά 180 μοίρες έπειτα από την αλλαγή στην προεδρία.

Προσωπικότητες όπως ο Τσάβες γοητεύουν ιδιαίτερα τον Στόουν, ο οποίος στο παρελθόν γύρισε ένα άλλο ντοκιμαντέρ αφιερωμένο στον Φιντέλ Κάστρο. Στη νέα ταινία βρέθηκε τόσο κοντά στον πρόεδρο της Βενεζουέλας, ώστε ο Τσάβες έφτασε στο σημείο να ταξιδέψει στη Βενετία προκειμένου να παρευρεθεί στην πρεμιέρα του «Νότια των συνόρων» στο Λίντο της Βενετίας. Στο ντοκιμαντέρ είναι η πιο αμφιλεγόμενη προσωπικότητα ανάμεσα στους ηγέτες της Βραζιλίας, της Αργεντινής, της Βολιβίας και πολλών άλλων χωρών της Λατινικής Αμερικής, που μιλούν στον Στόουν.

Επιχειρηματικά σκάνδαλα

Με τα όχι και τόσο καθαρά παιχνίδια του κόσμου των επιχειρήσεων ασχολείται ο Στίβεν Σόντερμπεργκ στα «Αληθοφανή ψέματα». Πρόκειται για μια αληθινή ιστορία αποκάλυψης επιχειρηματικών σκανδάλων στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Ο Ματ Ντέιμον υποδύεται ένα διπολικό υψηλόβαθμο στέλεχος, που αποφασίζει να συνεργαστεί με το FBI και να αποκαλύψει τι ακριβώς συμβαίνει. Εκατοντάδες ώρες ηχητικού και οπτικού υλικού συγκεντρώνονται με τη βοήθεια του Μαρκ Γουάιτεϊκρ, η κατάσταση του οποίου δυσκολεύει τη συγκέντρωση των στοιχείων. Ο Σόντερμπεργκ γυρίζει την ταινία σαν ένα επιχειρηματικό θρίλερ με στοιχεία κωμωδίας, αλλά και με προσοχή στην ψυχική κατάσταση του κεντρικού ήρωα, κάτι σαν ένα συνδυασμό του «Insider» και του «Ενας υπέροχος άνθρωπος».

Ο πόλεμος στο Ιράκ

Τους κώδικες της κωμωδίας χρησιμοποιεί για να μιλήσει για την παράνοια που επικρατεί στις τάξεις του στρατού, το «The men who stare at goats» του Γκραντ Χέσλοβ, μόνιμου συνεργάτη του Τζορτζ Κλούνεϊ. Συν-σεναριογράφος και συμπαραγωγός στις ταινίες του Κλούνεϊ, ο Χέσλοβ κάνει το σκηνοθετικό του ντεμπούτο με μια ιστορία που παρουσιάζεται ως αληθινή ιστορία, αν και είναι απολύτως εξωφρενική για να είναι τέτοια.

Στρατιώτες μέντιουμ; Αυτό λέει η ταινία ότι ήταν ένα σχέδιο που προώθησε η αμερικανική κυβέρνηση στον πόλεμο του Κόλπου. Σύμφωνα με το σενάριο, ένας δημοσιογράφος που καλύπτει τον πόλεμο στο Ιράκ ανακαλύπτει έναν άντρα ο οποίος υποστηρίζει ότι υπηρέτησε σε ένα τάγμα επιλέκτων με ανεπτυγμένες ψυχικές δυνάμεις. Το τάγμα, όμως, είναι υπό διάλυση εξαιτίας των ιδιαίτερων προσωπικοτήτων που το αποτελούν. Ο Χέσλοβ, έχει συγκεντρώσει ένα πολύ δυνατό καστ, το οποίο αποτελούν ο Τζορτζ Κλούνεϊ, ο Γιούαν Μακ Γκρέγκορ, ο Κέβιν Σπέισι και ο Τζεφ Μπρίτζες, αλλά και εξαιρετικοί καρατερίστες σαν τον Στίβεν Λανγκ και τον Τζ. Κ. Σίμονς.

Η ταινία, πέρα από το προφανές της μήνυμα κατά της παρουσίας της Αμερικής στο Ιράκ, εξευτελίζει τις στρατιωτικές πρακτικές, παρουσιάζοντας τους στρατιώτες – μέντιουμ να προσπαθούν να περάσουν -ανεπιτυχώς- μέσα από τοίχους, να μαντεύουν το μέλλον γάμων και να εφαρμόζουν τις ψυχικές τους δυνάμεις σε δύστυχες κατσίκες που πέφτουν ξερές.

Ολες αυτές οι ταινίες πρόκειται να προβληθούν πολύ σύντομα και στις ελληνικές αίθουσες. Δεν είναι πρόσφατο φαινόμενο η ενεργός συμμετοχή των Αμερικανών καλλιτεχνών στα πολιτικά και κοινωνικά φαινόμενα. Τα τελευταία δείγματα, ωστόσο, αυτού του κινηματογράφου δείχνουν ότι η ομάδα των «θυμωμένων» Αμερικανών καλλιτεχνών υπηρετεί και τις ιδεολογικές της θέσεις, αλλά και τον ψυχαγωγικό χαρακτήρα της δουλειάς τους. Κι αυτό κάνει το μήνυμα ακόμη ισχυρότερο.