ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

«Θεατρικός ριζοσπαστισμός»

Αισχυλος

Πέρσες

σκην.: Ντίμιτερ Γκότσεφ

Η τελική εντύπωση ήταν ότι βαρέθηκα! Ενιωσα μεγάλη πλήξη βλέποντας -με σημαντική καθυστέρηση από την πρώτη παρουσίαση στην Επίδαυρο- τους πολυσυζητημένους «Πέρσες» του Ντίμιτερ Γκότσεφ. Πριν από δύο χρόνια είχα δει μία αρκετά διαφορετική διδασκαλία στο ίδιο έργο από τον ίδιο σκηνοθέτη στο -κλειστό- Deutsches Theater του Βερολίνου. Ηταν, θυμάμαι, μία μινιμαλιστική παράσταση μ’ ελάχιστους ηθοποιούς από την οποία δεν συγκράτησα πολλά πράγματα. Τότε είχα εντυπωσιαστεί από τη γενικότερη σκηνοθετική λιτότητα. Τίποτα άλλο. Θυμάμαι επίσης την τότε κίτρινη επίπεδη επιφάνεια -το κύριο στοιχείο του σκηνικού του Μαρκ Λάμερτς- που τώρα είχε γίνει μικρότερη και άλλαξε χρώμα. Εγινε μπλε. Και η μοναδική ηθοποιός, η οποία είχε επωμιστεί τότε το ρόλο του χορού, στην παράσταση του Εθνικού Θεάτρου το περασμένο καλοκαίρι είχε επταπλασιαστεί. Τέτοιου είδους λεπτομέρειες μου έρχονται στο μυαλό. Τίποτα το ουσιώδες.

Πανομοιότυπα

Τούτη τη φορά -που δεν υπήρξε ένα πρώτο εικαστικό ξάφνιασμα, ούτε και το ταρακούνημα για την «αποδομητική» εκκεντρικότητα στη σκηνοθεσία- απλώς βαρέθηκα. Ο αποσπασματικός λόγος, η ολοκληρωτική και βεβιασμένη «κόντρα» στην αισχύλεια πλοκή, το κουραστικά φορμαλιστικό συλλάβισμα το οποίο, αν μη τι άλλο, ήταν ένα μεγάλο εμπόδιο για την κατανόηση του κειμένου, και -το κυριότερο- η εκτός κοινής λογικής ριζοσπαστική προσέγγιση αρχικά με προβλημάτισε, αργότερα με κούρασε και τελικά μ’ έκανε να βαρεθώ. Κάπως έτσι έχω νιώσει και με τον πολύφερνο Αμερικανό Μπομπ Γουίλσον, ο οποίος πριν από δέκα – δεκαπέντε χρόνια υπήρξε ένα από τα ινδάλματά μου.

Πιστός θαυμαστής της ευθύγραμμης τεχνοτροπίας του, της καθαρής εικαστικής γραμμής και του άκαμπτου στησίματος των σκηνοθεσιών του, έτρεχα κι έβλεπα τη δουλειά σαν εκείνους τους φανατικούς οπερόφιλους που ακολουθούν τους λυρικούς τραγουδιστές τους από όπερα σε όπερα. Για να φθάσω τελικά στο συμπέρασμα πως είτε Πουτσίνι σκηνοθετεί, είτε τη μυθολογία του Λα Φονταίν, είτε Μπρεχτ ή Ι. Ξενάκη τελικά όλα είναι ένα και το αυτό: πανομοιότυπα. Ετσι κι είδες ένα τα έχεις δει όλα! Ειδικά αυτόν -τον Γουίλσον- τον βαρέθηκα πριν από τον Γκότσεφ του οποίου έχω επίσης παρακολουθήσει αρκετές δουλειές μέχρις ότου καταλήξω στη σκέψη ότι κύριο μέλημά του δεν είναι παρά ένας επιδερμικός «θεατρικός ριζοσπαστισμός».

Ο όρος αυτός προέρχεται από τον ίδιο με την επεξήγηση ότι θέλει να αναμορφώσει το θέατρο «όχι μόνο πολιτικά αλλά και αισθητικά». Οταν, όμως αυτή η «ριζοσπαστικο-αισθητική προσέγγιση» λειτουργεί με τέτοιο τρόπο ώστε να εμποδίζει δραστικά την κατανόηση του κειμένου, τότε μοιραία έρχεται και η βαρεμάρα. Τουλάχιστον στη δική μου περίπτωση που δεν αντέχω να κάνω πολλά εγκεφαλικά μακροβούτια για να αποκωδικοποιήσω τα νοήματα που θα πρέπει να αποσπάσω με βοήθεια εμβρυουλκού. Καλή ώρα όπως στην περίπτωση Ντίμιτερ Γκότσεφ, ο οποίος -πάντα σύμφωνα με δικές του δηλώσεις- είναι εναντίον της «νέας γενιάς των δημιουργών… (η οποία) ξέρει μόνο να ευθυγραμμίζεται με τις μόδες και τις προσδοκίες του «μέσου θεατή»… με την αισθητική της τηλεόρασης, που έχει καλύψει πλέον τα πάντα». Προς Θεού, drugar ή gospodin Γκότσεφ! Για ένα λεπτό! Υπάρχει τηλεόραση και τηλεόραση.

Υπάρχει πάντως και μία -πολύ πιθανή- κοινωνικοπολιτική εξήγηση για τον περίπου εικοσαετή χείμαρρο των γρίφων κι αινιγμάτων στην τέχνη. Αυτό το φαινόμενο της αποδόμησης των κλασικών, της διασποράς απόκρυφων συνθημάτων, το συναντά κανείς σήμερα -συχνότερα απ’ αλλού- στους δημιουργούς με προϊστορία στον παλιό χώρο του υπαρκτού σοσιαλισμού.

Φορμαλισμός

Ο λόγος ήταν πως εκεί και για αρκετές δεκαετίες κυριαρχούσε μια λέξη-φόβητρο: φορμαλισμός. Στην περίπτωση που η -τότε- εξουσία ή η επίσημη κριτική σε κατηγορούσε (ακόμα και ψιθυριστά) ως «φορμαλιστή» βρισκόσουν στα τάρταρα – και στην ανεργία. Με το λιώσιμο των πάγων στη δεκαετία του ’70 αρχικά, και με το γκρέμισμα του τείχους στα 1989, οι «απελευθερωμένοι» από την κατηγορία του φορμαλισμού ανατολικοί καλλιτέχνες του ‘δωσαν και κατάλαβε. Επιλέγοντας την «αποδομητική» (να την ονομάσω και «φορμαλιστική»;…) σχολή σκηνοθεσίας ο σήμερα 66χρονος Ντίμιτερ Γκότσεφ ξεχώρισε αρχικά στη Σόφια μ’ έναν «Φιλοκτήτη» (1983) και αργότερα στη Γερμανία σε συνεργασίες με τον εγκεφαλικότατο θεατρικό συγγραφέα Χάινερ Μύλλερ. Τώρα σκηνοθετώντας τους «Πέρσες» με πληθώρα δυσνόητων συμβόλων και απόκρυφων κλειδιών ο Γκότσεφ παγίδεψε μερικούς ικανότατους ηθοποιούς (Αμαλία Μουτούση, Μηνάς Χατζησάββας, Νίκος Καραθάνος) σε ρόλους ανδρεικέλων. Κρίμα.