ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Τιμώντας τη μοναξιά του ανθρώπου

Γιάννης Βαρβέρης; «Ο άνθρωπος μόνος». Εκδόσεις «Κέδρος», 2009, σελ. 75.

ΠΟΙΗΣΗ. Υπάρχει μια μακρά παράδοση που θέλει να δοκιμάζουν οι λογοτέχνες να λύσουν ορισμένες από τις απορίες τους για τα υπαρξιακά και τα ανθρώπινα μιλώντας αδογμάτιστα για τα θεϊκά, αναψηλαφώντας, αναθεωρώντας και πειράζοντας εδάφια των Γραφών, είτε επεισόδια αφορούν είτε πρόσωπα και χαρακτήρες (το πείραγμα άλλωστε των θεωρουμένων ιερών και οσίων είναι σπουδαίος πειρασμός και γονιμότατος, και αδικείται κατάφωρα όταν ξεπέφτει σε ρηχή, εντυπωσιοθηρική μόδα). Εχουν προκύψει έτσι πολλά κείμενα, ελληνικά και ξένα, ανάμεσά τους και μια ολόκληρη ακολουθία οιονεί Ευαγγελίων, προϊόντων της λογοτεχνικής φαντασίας (το κατά Ιησούν ευαγγέλιο, το Κατά Ιούδαν, το κατά Πιλάτον, το Κατά Μαγδαληνήν, κι όσα άλλα ανανεώνουν την ιστορία των «Αποκρύφων» ή απλώς την εκμεταλλεύονται) που δοξάστηκαν ή κατακρίθηκαν σαν αιρετικά, χωρίς να είναι πάντοτε εύλογη και θεμελιωμένη η απόδοση αυτού του χαρακτηρισμού, είτε ως επαίνου είτε ως ψόγου. Αν μοναδικός στόχος είναι η σκέτη πρόκληση, το αγοραία ωφέλιμο σκάνδαλο, τότε η λογοτεχνία παραμένει παγερά αδιάφορη, ενόσω το εθιζόμενο κοινό καταναλώνει μπεστ σέλερ μιας εύπεπτης και επιδερμικής αντισυμβατικότητας. Οι Νταν Μπράουν έρχονται και παρέρχονται, όμως το στοχαστικό στίγμα του Νίκου Καζαντζάκη, του Λεονίντ Αντρέγιεφ ή του Ζοζέ Σαραμάγκου παραμένει βαθύ, έλκοντας τη μια ανάγνωση μετά την άλλη.

Θρησκευτική φαντασία

Η παράδοση της αναθεωρητικής «θρησκευτικής φαντασίας» είναι κατά κύριο λόγο πεζογραφική και δευτερευόντως ποιητική. Κατά συνέπεια, η νέα συλλογή του ποιητή, κριτικού του θεάτρου και μεταφραστή Γιάννη Βαρβέρη, η δέκατη της παραγωγής του, υπό τον αποκαλυπτικό τίτλο «Ο άνθρωπος μόνος», έχει ούτως ή άλλως τη σημασία της. Αλλά στη λογοτεχνία η ουσία δεν απορρέει από το θέμα που, όσο έκκεντρο κι αν είναι, δίχως τη μεθοδική επεξεργασία του καταντάει επιπόλαια εκκεντρικό. Ο Βαρβέρης, με βασικό όπλο του τη μελαγχολική ειρωνεία που διαποτίζει το σύνολο του έργου του, τον σαρκασμό του, που παραμένει ανθρώπινος και, γιατί όχι, ανθρωπιστικός, αφού μεριμνά να διατηρήσει και την αυτοσαρκαστική του διάσταση, κατορθώνει και δίνει ποιήματα που, κι ας μην είναι όλα τους στο ίδιο ύψος, έχουν σίγουρα ικανό βάθος, αρκετά εύκολα ξεχωρίζουν τα διανοητικά από τα συγκινημένα, τα συμπληρωματικά από τα αυτοτελή και αυθόρμητα, έχουν όμως κι αυτά τον λόγο τους,

Ο κίνδυνος της μανιέρας είναι ευδιάκριτος σε τέτοιες περιπτώσεις, όπου το πεδίο με το οποίο καταπιάνεται η έμπνευση είναι προγραμματικά συγκεκριμένο, ορισμένο (τα συντριπτικώς περισσότερα από τα πενήντα ποιήματα του βιβλίου έλκουν την καταγωγή τους από τη Βίβλο, την Παλαιά ή την Καινή Διαθήκη), η δε οπτική δεδομένη: απομυθοποιητική επανεξέταση προσώπων και πραγμάτων, με τα ουράνια να υποχωρούν μπροστά τα γήινα. Τον κίνδυνο πάντως της κάποιας επανάληψης ή της μονοτονίας δεν δείχνει να τον φοβάται ο Βαρβέρης, αυτό άλλωστε το επιβεβαιώνει με τον δικό της τρόπο η επιμονή του να «προλογίζει» κάθε ποιητική συλλογή του, και τις δέκα με στίχους του αγαπημένου του Γάλλου τροβαδούρου, του Λεό Φερέ, τούτη τη φορά εισαγόμαστε στο βιβλίο με οδηγό στίχους του Φερέ στους οποίους μνημονεύεται και υιοθετείται η ρήση του Μπακούνιν «αν ο Θεός υπήρχε, θα έπρεπε να τον ξεφορτωθούμε». Επιπλέον ο ποιητής έχει στα εφόδιά του και την πείρα του, αν σκεφτούμε ότι και άλλα βιβλία του (επί παραδείγματι «Ο κύριος Φογκ», του 1993, όπου ο ήρωας του Ιουλίου Βερν αναθεωρείται για να εικονογραφηθεί ακίνητος, και το «Στα ξένα» του 2001), έδειχναν μονοθεματικά, σαν ευκαιρία για αλλεπάλληλεςς (αυτο)αναγνωριστικές επισκέψεις στο ίδιο τοπίο αισθημάτων και ιδεών.

Πικρόχολος έλεγχος

Οσο βλέπω, αναδιφώντας και τη συγκεντρωτική έκδοση των έως το 1996 ποιημάτων του και τις κατοπινές συλλογές του, ο Βαρβέρης δεν θεολογούσε ιδιαίτερα μέχρι τώρα. Εκτός από ένα δυνατό ποίημα στον «Κύριο Φογκ», το «Αν έπληττε κάποιος θεός», έχουμε να συνυπολογίσουμε, σαν πιθανό προοίμιο του τωρινού βιβλίου, το έμμετρο ποίημα «Τοκοφόροι λογαριασμοί» της συλλογής «Πεταμένα λεφτά» του 2005, όπου το «θείο» δηλώνεται αφανισμένο και η πίστη σε αυτό ελέγχεται πικρόχολα: «Του δωματίου το κλίμα βαρύ / καθώς τα σώματά μας αβαρή, / άδεια από θείο χυμό τώρα ποθούν / μονάχα τα προσχήματα να κρατηθούν. // Ω εσείς πιστοί, ευτυχείς στη διαφυγή σας, / τα κρύβετε όλα πίσω απ’ τη σιγή σας / κι ανέραστοι κάθε είδους κι αδαείς / εκ του ασφαλούς ημιγαλήνιοι ή πραείς // δεν σας αγγίζει η ώρα της αηδίας της εστεμμένης / που όλα ζητούν να φύγεις μα εσύ μένεις / γιατί έτσι την επόμενη φορά αγοράζεις / και τυραννιέσαι μες στην αηδία σου και λουφάζεις».

Το μοναδικό πρόσωπο της χριστιανικής (και ευρύτερα θρησκευτικής) παράδοσης που έρχεται και επανέρχεται στην ποίησή του είναι η κακόφημη Σαλώμη, γεγονός όχι αδιάφορο: εντοπίζεται (ή μάλλον φιλοξενείται) ήδη στον τίτλο τριών ποιημάτων της δεύτερης συλλογής του, «Το ράμφος» (1978), επιστρέφει στο βιβλίο «Αναπήρων πολέμου» (1982) και επανεμφανίζεται δύο φορές στο βιβλίο «Ο θάνατος το στρώνει» (1986), πρώτα υπό τον σουρεαλιστικό τίτλο «Η Σαλώμη στα νύχια του Δράκουλα» κι αμέσως έπειτα στην παράδοξη συνεύρεση που της επιφυλάσσει ο τίτλος «Η παραβολή της Σαλώμης και του Ασώτου», σε ένα ποίημα όπου στον «Γιάννη Βαπτιστή» και «Γιάννη Βαπτιζόμενο» μπορούμε ίσως να αναγνωρίσουμε μια περσόνα του ποιητή, με τις ίδιες πιθανότητες ευστοχίας ή σφάλματος που θα την εντοπίζαμε και σε δύο ποιήματα του τωρινού βιβλίου, τα «Ιωάννης της κλίμακος», 1 και 2.

Στον «Ανθρωπο μόνο» πάντως δεν υπάρχει η Σαλώμη. Υπάρχει ο Ιώβ, ο Ιωσήφ, η Παναγία (βαρναλικής ιδιοσυγκρασίας), ο νεκραναστημένος Λάζαρος, η μητέρα του Ιούδα, που μόνο στη μητέρα του Ιησού μπορεί να προσβλέπει (ας θυμηθούμε εδώ δύο έξοχα ανασκευαστικά διηγήματα του Ρώσου συγγραφέα Λεονίντ Αντρέγιεφ, «Λάζαρος» και «Ιούδας ο Ισκαριώτης»), ο Πιλάτος, ο Σίμων ο Κυρηναίος, ο Θωμάς, ο Γολγοθάς, ο Μυστικός Δείπνος. Και βέβαια υπάρχει επιβλητική η σκιά του Καβάφη, ο οποίος ως ήρωας ποιημάτων ή με την ένθεση στίχων του, εμφανίζεται διαρκώς στην ποίηση του Βαρβέρη.

Ο κύκλος δεν μπορεί παρά ν’ ανοίγει με ποίημα επιγραφόμενο «Εν αρχή», όπως ανοίγει η «Γένεσις» αλλά και το κατά Ιωάννην ευαγγέλιο. Μόνον που εδώ εν αρχή δεν είναι η ποίηση του ουρανού και της Γης από τον Θεό ούτε ο λόγος. Εν αρχή ην ο φόνος, του Αβελ από τον Κάιν, για τον οποίο ενοχοποιείται ο Θεός, αφού αυτός «Πρώτος ζήτησε αίμα».

Απ’ την αρχή λοιπόν, αλλά και μέχρι τέλους, ο άνθρωπος είναι μόνος, με τους ουρανούς είτε ενάντιους είτε απλώς αδιάφορους, αν όχι ανύπαρκτους. Κι ο ποιητής «μπαίνει στις εκκλησίες Του / μόνο σε κηδείες», γιατί τον ορίζει (χωρίς να τον συντρίβει) ένα πένθος για τη «Μεγάλη Παρασκευή του ανθρώπου / δίχως Σάββατο». Ωστε λοιπόν ο κύκλος δεν θα μπορούσε να κλείσει διαφορετικά (με το τελευταίο ποίημα, το «Μάθημα πρώτο και κύριο») παρά διά στόματος ενός ανθρώπου ο οποίος αυτοσυγκαταλέγεται «στους εσταυρωμένους μες στο δρόμο / που δεν καταδέχθηκαν θεό / για να πεθάνουν», ενός πολεμίου της «αγέλαστης πίστης» και κήρυκα «της ευθυμίας / της παρρησίας / της ειρωνείας»: του εθνικού φιλοσόφου Κέλσου, σφοδρού πολεμίου του χριστιανισμού, το μάθημα του οποίου εξαγγέλλεται με το μότο «Celsus primus dixit». «Ο άνθρωπος μόνος», αποδεσμευμένος από την γκρίνια της μοιρολατρίας αλλά και δίχως τον υψωμένο τόνο του ηρωισμού ή της ανταρσίας, δεν τρέφει και δεν καλλιεργεί ψευδαισθήσεις. «Ολόκληρο διεκδικεί το μαρτύριο».