ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Το «Παρίσι» της Κέρκυρας

«Διαποτισμένοι από το πνεύμα της αναγέννησης και της δημιουργίας στο όνομα της υψηλής τέχνης (οι Γάλλοι αξιωματούχοι) θέλησαν να φέρουν λίγο από τον αέρα αυτού του μεγαλείου και αυτής της ανανέωσης στην πόλη της Κέρκυρας», γράφει ο Λεωνίδας Στανέλλος στην επετειακή έκδοση για τα 200 χρόνια του κερκυραϊκού συγκροτήματος κτιρίων που έγινε γνωστό ως Λιστόν.

Πράγματι, η απόφαση του Γενικού Διοικητή Σεζάρ Μπερτιέ, στις 22 Οκτωβρίου του 1807, στην οποία υπόσχεται στους Κερκυραίους ότι «… ο επισκέπτης θα μείνει κατάπληκτος βλέποντας το Παλαιό Φρούριο ενωμένο με την Πόλη και τον περίπατο εξασφαλισμένο και προστατευμένο από κιονοστοιχίες, πάνω από τις οποίες θα κατασκευαστούν οικοδομές…», μπορεί να θεωρηθεί αποτέλεσμα της έναρξης κατασκευής των κτιρίων της rue de Rivoli το 1803, στο Παρίσι, και οδήγησε στη δημιουργία μιας ανανεωτικής προσθήκης στον ιστό της βενετσιάνικης πόλης, που αποτέλεσε, όμως, από τον 19ο αιώνα έως σήμερα το κέντρο της κοινωνικής ζωής, το υποχρεωτικό σημείο συνάντησης των Κερκυραίων και των επισκεπτών της Κέρκυρας.

Ο αρχικός σχεδιασμός προέβλεπε την τοποθέτηση του συγκροτήματος κτιρίων μεταξύ της εισόδου του Παλαιού Φρουρίου και της οδού των Υδάτων (Ευγενίου Βουλγάρεως), στη μέση δηλαδή του οχυρωματικού κενού που αποτελούσε η Σπιανάδα. Τον Μάρτιο, όμως, του 1808, ο Μπερτιέ αντικαθίσταται από τον στρατηγό Δονζελότ, ο οποίος επιλέγει τη θέση όπου τελικά χτίστηκαν τα κτίρια, σεβόμενος περισσότερο τις κύριες γραμμές που υιοθετήθηκαν κατά τη χάραξη της οχυρωμένης πια πόλης, τον 16ο και τον 17ο αιώνα. Επίσης, όπως σημειώνει ο συγγραφέας, το συγκρότημα του Λιστόν σημαδεύτηκε εμφανώς από το ενετικό παρελθόν, καθώς ο αρχιτέκτονας που το ανέλαβε ήταν ο Κερκυραίος Ιωάννης – Βαπτιστής Παρμεζάν, υπολοχαγός και μηχανικός του ενετικού στρατού, ενώ οι τεχνίτες και οι μαστόροι είχαν κι αυτοί διδαχθεί την τέχνη τους κατά την πριν από το 1797 περίοδο.

Ακόμα και η λέξη Λιστόν προέρχεται από δύο δρόμους της Βενετίας, που ονομάζονταν έτσι ως σημεία περιπάτου και συγκέντρωσης των κατοίκων της πόλης.

Μνήμες

Αυτή η μεμονωμένη αλλά ισχυρή παρέμβαση του γαλλικού πνεύματος σε μια πόλη που χτίστηκε σαν λαϊκό προάστιο της Βενετίας δεν συνέβαλε παρ’ όλα αυτά στο να αποτυπωθεί στη συλλογική μνήμη η πραγματική και συμβολική σημασία των δύο γαλλικών περιόδων της Κέρκυρας, από το 1797 ώς το 1799 και από το 1807 ώς το 1814. Η έκδοση αυτή θυμίζει πως κατά την πρώτη περίοδο δεν κάηκε μόνο το «Libro d’ Οro» (η Χρυσή Βίβλος των ευγενών), αλλά αναβαθμίστηκε η δημόσια εκπαίδευση, ιδρύθηκε δημόσια βιβλιοθήκη και έγιναν προσπάθειες βελτίωσης της απονομής δικαιοσύνης, ενώ αναφέρεται η ολοκλήρωση της μεταρρύθμισης της Δικαιοσύνης κατά τη δεύτερη περίοδο. Αυτή η έκδοση είναι αναμφίβολα μια εργασία που θα μπορούσε να ενταχθεί σε μια ευπρόσδεκτη προσπάθεια επαναξιολόγησης της γαλλικής παρουσίας στην Κέρκυρα στο τέλος του 18ου και στην αρχή του 19ου αιώνα.

«Το Λιστόν της Κέρκυρας», του Λεωνίδα Στανέλλου, έκδοση του Δήμου Κερκυραίων και της πρεσβείας της Γαλλίας στην Ελλάδα.