ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Εντιμη προσπάθεια λύσης γρίφου

Ευριπίδης

Αλκηστις

σκην.: Θωμάς Μοσχόπουλος

Θέατρο: Εθνικό (στην Επίδαυρο)

Και να, ξαναγεννιώνται οι πεθαμένοι,
προβάλλοντας βαθιά απ’ τα μνήματά των
μια δεύτερη ζωή που δεν πεθαίνει,
την άχρονη ζωή των αθανάτων».
ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΟΛΕΜΗΣ
«Ανάγλυφα», «Εσπερινός», 1921

Η «Αλκηστις», όντας το αρχαιότερο παραδεδομένο έργο του Ευριπίδη (438 π.Χ.), είναι σαφώς και το πιο προβληματικό. Ακούραστοι οι μελετητές δεν έχουν πάψει να κομίζουν αντικρουόμενες ερμηνείες ως προς την υφή και τη φιλολογική του κατάταξη. Είναι πράγματι σατυρικό δράμα, όπως το θέλει (τέταρτο ύστερα από χαμένη τριλογία) η ιστορική σειρά ανεύρεσής του; Είναι κωμωδία όταν αμιγώς κωμικό πρόσωπο εδώ είναι μόνο ο Ηρακλής; Είναι τραγωδία, έστω παίζουσα, έστω αισίου τέλους, αν όντως το κλειδί της το δίνει ο λυρισμός των Χορικών ή η μοίρα της Αλκηστης ή ακόμη και η αντίθεση Απόλλωνος και Θανάτου, ήδη από τον πρόλογο; Το έργο δεν συγκεντρώνει τα στοιχεία που θα οργάνωναν μια πλήρη καταφατική απάντηση ως προς οποιαδήποτε εκδοχή.

Αντιφάσεις

Αντιθέτως, φιλοξενεί πλήθος αντιφάσεων. Βέβαια, ο μύθος της γυναίκας που θυσιάζεται για να σωθεί ο άντρας της και επιστρέφει από τα βασίλεια του Αδη με την επέμβαση ενός δικαιοκρίτη είναι γνωστός σε πολλούς λαούς. Με άλλο ένδυμα, μάλιστα, επιβιώνει, ας μην ξεχνάμε, και στο δημοτικό μας τραγούδι. Αλλά κάθε μύθος που περνάει στην τέχνη, προσαρμοσμένος είναι φυσικό να πληρώνει το κόστος ποικίλων εσωτερικών παραφωνιών. Γιατί να μη συνέβη το ίδιο και στον Ευριπίδη; Εμπλουτίζοντας τον μυθικό καμβά μετά τον Φρύνιχο, ίσως αρχικά έγραψε την «Αλκηστη» θέλοντας να καυτηριάσει την άδικη μοίρα της γυναίκας που πρέπει ακόμη και με θυσία της ζωής της να υποστηρίξει την εξ αρρενογονίας διαδοχή της βασιλείας.

Στη συνέχεια, όμως, η πλοκή υφίσταται μια διαχείριση που δείχνει πως ο από σκηνής φιλόσοφος αποφάσισε να ενδώσει σε λογής πειραματισμούς, οι οποίοι θα εμφανιστούν εξελιγμένοι στα κατοπινά έργα του. Ενδίδει επίσης και στον πειραματισμό μιας ρητορικής «δισσών λόγων», που όμως συχνά αποπροσανατολίζουν την πορεία του «δράματος» και συσκοτίζουν το ήθος των χαρακτήρων (Φέρης, Αδμητος). Θα ήταν, επιτέλους, ανομία ύστερα απ’ όλα αυτά, να υποστηρίξει κανείς ότι και σαν παλιότερο, το έργο αυτό είναι πεποικιλμένα άτεχνο και καταληκτικά «αναποφάσιστο»; Ετσι, με τα στοιχεία του «σπουδαίου» και του «φαύλου» πολυμήχανα αλλά και συγκεχυμένα, η «Αλκηστις» παραμένει πεισματικά γριφώδης, χορηγώντας ολισθηρή άδεια στους σκηνοθέτες για ποικίλες ερμηνείες. Συνεπέστερες θεωρώ την παρωδία του Ευαγγελάτου (1975), τη μεταφυσικά χριστιανίζουσα τραγωδία του Αρμάου (1981) και το καλλιεπές παραμυθόδραμα της Κονιόρδου με τις κούκλες (1995).

Πρέπει να ομολογηθεί ότι η προσέγγιση του Θωμά Μοσχόπουλου στην «Αλκηστη» υπήρξε άνιση αλλά ενδιαφέρουσα, πειραματική αλλά νόμιμη και ιδίως καλοδουλεμένη. Ο σκηνοθέτης μοιάζει να αποφάσισε δύο διαφορετικά ύφη: στο πρώτο μέρος, εικαστικότερο και κάπως βαρετό, είδαμε μια σκώπτουσα το υλικό όπερα με κωμικές στίξεις. Στο δεύτερο η δράση κατέβηκε απ’ το λογείο-παλάτι και πλησίασε με δραματικότερη αμεσότητα τον θεατή. Ολο το σχέδιο της παράστασης τροχιοδρομήθηκε πάνω στην απόδοση (όχι μετάφραση) του σκηνοθέτη, που ενώ κατάφερε σε ικανό βαθμό φυσικά και ρέοντα ελληνικά, συχνά «στριμωχνόταν» στην ανέμπνευστη μινιμαλιστική μουσική του Κορνήλιου Σελαμσή, υπεύθυνη και για την σχεδόν πλήρη έλλειψη επικοινωνίας μας με τα Χορικά, που εκτελέστηκαν οπερατικά από τον σύγχρονα πενθηφορούντα Χορό επί χοϊκής τερρακότας. Η γλώσσα όμως του κ. Μοσχόπουλου δημιούργησε, σύμφωνα και με τον εικαζόμενο διφυή χαρακτήρα του έργου, αρκετές αιφνίδιες και ευχάριστες κωμικές νησίδες, όχι όλες καλαίσθητες. Τις καλύτερες απ’ αυτές ανέδειξαν ιδίως ο Κώστας Μπερικόπουλος-Φέρης και στην πρώτη του εμφάνιση ο Ηρακλής του Αργύρη Ξάφη. Ο «ερυθρόμορφα» ντυμένος πληθυσμός του υπερυψωμένου λογείου (Ελλη Παπαγεωργακοπούλου) συνοδεύτηκε από στάσεις και δείξεις σαν λίγο αιγυπτιακού ύφους, ενώ αντίθετα τα ακίνητα tableaux vivants έδιναν τη ραδινή αίσθηση των αρχαίων ελληνικών γλυπτών.

Ρόλοι

Το βίντεο Απόλλωνος-Θανάτου, κακό ως εκτέλεση, επέφερε σύγχυση στο αρχικό αυτό θέμα. Η κατά την οδηγία «απόμακρη» θεράπαινα της Μαρίας Πρωτόπαππα και η όλη σκηνοθετική σύλληψη ως προς την Αλκηστη (Μαρία Σκουλά), άφησαν μάλλον έξω από μια ρητή κρίση, χωρίς να φταίνε, τις δύο καλές ηθοποιούς. Αξιοπρεπής, κάπως φοβισμένη η πρώτη εμφάνιση του Σωκράτη Πατσίκα στον ανοιχτό χώρο (υπηρέτης). Ο Χρήστος Λούλης έλαμψε τόσο στο ειρωνικό πρώτο μέρος του Αδμητου όσο και στο δραματικό δεύτερο. Η κίνηση της παράστασης ήταν προσεγμένη και χαρακτηριστική της εκάστοτε περίστασης, αλλά εκείνη του Χορού με τις ανατρεπόμενες καρέκλες αμήχανη μέσα στις ισχνές, σαν σπασμωδικές, «εμπνεύσεις» της (Μάρθα Κλουκίνα).

Κάτι σάλεψε, έστω συζητήσιμο, κάτι έγινε εδώ, με συγκροτημένη σκέψη και πολύ μόχθο. Μπορεί να διαφωνούμε σε ορισμένα αλλά σεβόμαστε το σύνολο.