ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η επαφή με την τέχνη πρέπει να ’ναι άμεση

Πενήντα χρόνια σταθερής, συνεπούς διαδρομής στον χώρο τον εικαστικό είναι ένα επίτευγμα για μία αίθουσα τέχνης στην Ελλάδα. Ειδικά όταν η διαδρομή αυτή ξεκινάει σε μία εποχή που το τοπίο των γκαλερί ήταν σχεδόν ανύπαρκτο, οι υποδομές για τα εικαστικά ελάχιστες και το κοινό για τα εικαστικά μηδαμινό. Αυτή ήταν η πραγματικότητα μέσα στην οποία μία μικρή ομάδα ανθρώπων (η Τζούλια Δημακοπούλου μαζί με τον Ανδρέα και τη Διονυσία Προκοπίου) με όραμα και στόχους αποφάσισε το 1959 να ιδρύσει στο κέντρο της Αθήνας την «Αίθουσα Εκθέσεων Νέες Μορφές», που αργότερα μετανομάστηκε σε «Νέες Μορφές».

Γκαλερί – θεσμός για τη διάδοση της σύγχρονης ελληνικής τέχνης σ’ ένα ευρύτερο κοινό, οι «Νέες Μορφές» έχουν αφήσει βαθιά ίχνη στον ελληνικό χώρο. Λειτούργησαν με συνέπεια, χωρίς να έχουν ως κύριο γνώμονα το κέρδος, διακινδύνευσαν και συνδιαμορφώθηκαν μαζί με ορισμένους από τους πιο σημαντικούς Ελληνες καλλιτέχνες.

Αποσπάσματα από την πορεία αυτή παρουσιάζει η μεγάλη έκθεση «Νέες Μορφές, 50 χρόνια μετά», που εγκαινιάζεται στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς την ερχόμενη Τρίτη. Η έκθεση συμπίπτει με ένα τέλος στην πορεία των «Νέων Μορφών», αφού από τις αρχές του καινούργιου χρόνου παύουν τη λειτουργία τους ως εμπορικής γκαλερί και μετατρέπονται σε ινστιτούτο για την μελέτη της νεοελληνικής τέχνη.

Ψυχή του νέου αυτού εγχειρήματος, όπως εξάλλου και της γκαλερί όλα αυτά τα χρόνια, η Τζούλια Δημακοπούλου. Η συνιδρύτρια των «Νέων Μορφών» και μία από τις πιο διακριτικές και ουσιαστικές παρουσίες στον χώρο των εικαστικών μίλησε στην «Κ» επί τη ευκαιρία της έκθεσης για την πενηντάχρονη αυτή ιστορία.

Το ξεκίνημα

Οι «Νέες Μορφές» ανοίγουν το 1959 με μία ομαδική έκθεση γύρω από το κίνημα της αφαίρεσης. Εργα καλλιτεχνών όπως ο Γιάννης Σπυρόπουλος, ο Αλέκος Κοντόπουλος και ο Αχιλλέας Απέργης έδιναν, κατά τη Δημακοπούλου, «το στίγμα μιας πρωτοπορίας». Το κοινό ήταν επιφυλακτικό: «Το κοινό δεν μπορούσε να σταθεί απέναντι σε αυτές τις νέες εκφράσεις, ήταν ένα κοινό απαίδευτο, πολλές φορές ρωτούσαν αν υπήρχε εισητήριο για να μπουν στην γκαλερί. Ακόμα και όταν την περίοδο της χούντας κάναμε μία έκθεση για τον Χαλεπά, πουλήθηκε μόνο ένα σχέδιο», λέει η κ. Δημακοπούλου.

Πάντως, εκθέσεις σύγχρονης τέχνης παρουσιάζονταν στην Αθήνα. «Παρ’ όλο που δεν υπήρχε μουσείο ή άλλος κρατικός φορέας, γίνονταν σημαντικά πράγματα την εποχή εκείνη. Τα ξένα ινστιτούτα φιλοξενούσαν εκθέσεις που έδειχναν τα πρωτοποριακά κινήματα της Ευρώπης, στο Ζάππειο υπήρχαν σημαντικές εκθεσεις και γενικότερα οι Ελληνες καλλιτέχνες είχαν αρχίσει να υιοθετούν πρωτοποριακές τάσεις».

Επιπλέον, υπήρχε ενδιαφέρον των ξένων για τη σύγχρονη Ελλάδα. Παράδειγμα, η συνεργασία στις αρχές του ’60 του διευθυντή της Μπιενάλε του Κάρνεγκι με την Τζούλια Δημακοπούλου για την ελληνική εκπροσώπηση στην αμερικανική Μπιενάλε. «Αυτό που ακόμη και σήμερα το ελληνικό κράτος δεν εννοεί να στηρίξει, το σύγχρονο πρόσωπο της Ελλάδας δηλαδή, παρουσίαζε τότε ένα ενδιαφέρον για ξένους ειδικούς του χώρου», λέει η Δημακοπούλου.

Ο διάλογος αυτός με το διεθνές περιβάλλον διεκόπη απότομα με την έλευση της χούντας. «Πιστεύω ότι η χούντα είχε έναν αρνητικό τρόπο για τον πολιτισμό, που δύσκολα μπορέσαμε ή μπορούμε ακομα να ξεπεράσουμε. Κατά κάποιον τροπο, μας έβγαλε από τον χάρτη».

Η επιμόρφωση

Καθ’ όλη την πορεία της, η γκαλερί διοργάνωνε και τουλάχιστον μία τον χρόνο έκθεση επιμορφωτικού χαρακτήρα με έργα που δεν ήταν προς πώληση. Η δημιουργία ενός αρχείου νεοελληνικής τέχνης -ένα εργαλείο μελέτης που θα αξιοποιηθεί με το νέο προσωπο των «Νέων Μορφών» σε ινστιτούτο- είναι και αυτό παράδειγμα των πρωτοβουλιών επιμορφωτικού χαρακτήρα.

«Ηταν στη δική μας ιδεολογία να διαδώσουμε την τέχνη σε ευρύτερο κοινό», λεει η κυρία Δημακοπούλου. Οταν, το 1987, ως πρόεδρος του Πανελληνίου Συνδέσμου Αιθουσών Τέχνης, βρίσκεται πίσω από τη σύλληψη και τον σχεδιασμό της Art Athina, βλέπει τον στόχο αυτό να έρχεται πιο κοντά στην πραγματοποίησή του. «Μέχρι το ’93 που ξεκίνησε η Art Athina, το κοινό των γκαλερί δεν ξεπερνούσε τα 5.000 άτομα, ενώ με την Art Athina καταφέραμε και φέραμε 15.000 κόσμο, κυρίως νέους, να δουν τέχνη σε μία ελληνική φουάρ. Εκτός αυτού, η φουάρ ήταν ένας τρόπος να δημιουργηθεί μία άμιλλα ανάμεσα στις γκαλερί, να βελτιωθεί το επίπεδο».

Εκτός από τη διεύρυνση του κοινού, οι «Νέες Μορφές» είχαν επίσης ως μέλημά τους τον διάλογο με έναν κύκλο διανόησης γύρω από την τέχνη και οργάνωναν τακτικά διαλέξεις. Παράδειγμα η στενή συνεργασία με τη σπουδαία τεχνοκριτικό και ποιήτρια Ελένη Βακαλό. Η Τζούλια Δημακοπούλου μετέτρεψε σε σενάριο μία τετράτομη σειρά μελετών της Ελένης Βακαλό (και οι τέσσερις είχαν παρουσιαστεί στην γκαλερί) για την παραγωγή των αντίστοιχων ντοκιμαντέρ από τις «Νέες Μορφές».

Η επαφή με τη διανόηση δεν θα έπρεπε, όμως, να είναι εις βάρος της προσβασιμότητας στην τέχνη. «Θεωρώ ότι η επαφή με την τέχνη πρέπει να είναι άμεση, αρκεί, βέβαια, το κοινό να έχει ένα μορφωτικό επίπεδο».

Για την Τζούλια Δημακοπούλου, ο ρόλος των γκαλερί είναι διττός: εμπορικός και επιμορφωτικός. «Ούτε το 5% των ανθρώπων που περνούν από τις γκαλερί δεν είναι πελάτες». Παρ’ όλο τον πολιτιστικό αυτό ρόλο των γκαλερί, η κ. Δημακοπούλου διακρίνει μια «προκατάληψη» έναντι των γκαλερί. Είναι, μάλιστα, ενδεικτικό ότι ακόμη και κάποια μουσεία συχνά δεν αγοράζουν από τις γκαλερί, αλλά τις παρακάμπτουν, πηγαίνοντας κατευθείαν στους καλλιτέχνες. Εδώ όμως έχουν ευθύνη και οι ίδιοι οι καλλιτέχνες, λέει η ίδια. Ας σημειωθεί ότι οι «Νέες Μορφές» διατήρησαν ανέκαθεν τιμές «αξιοπρεπώς χαμηλές» και έπαιρναν χαμηλό ποσοστό επί των πωλήσεων. Η ομάδα της γκαλερί είχε ως αρχή να προτρέπει τον πελάτη να διαμορφώνει το δικό του αισθητικό κριτήριο, παρακολουθώντας τις εικαστικές εκδηλώσεις.

Ιδιωτική πρωτοβουλία

Η Τζούλια Δημακοπούλου συμμερίζεται μία διάχυτη άποψη στον κύκλο των γκαλερί, που τις θέλει να λαμβάνουν κάποια κρατική επιχορήγηση. «Κράτη πιο ισχυρά οικονομικά από εμάς εφάρμοσαν ένα πρόγραμμα επιχορήγησης των γκαλερί στις μεγάλες φουάρ του εξωτερικού. Εγώ το εισηγήθηκα ως μέλος επιτροπής του ΥΠΠΟ, αλλά το μέτρο, όπως και άλλες σχετικές προτάσεις, δεν εφαρμόστηκε ποτέ».

Αν πράγματι υπάρχει η ανάγκη για επιχορήγηση, πώς εξηγεί κανείς την πληθώρα των γκαλερί στην Αθήνα; «Η αγορά της τέχνης είναι μικρή, Πραγματικά δεν ξέρω πώς επιβιώνουν όλες αυτές οι γκαλερί, ειδικά εκείνες που δείχνουν έργα που απευθύνονται σ’ ένα ειδικό συλλεκτικό κοινό. Γιατί ναι μεν είναι αλήθεια ότι οι συλλέκτες είναι περισσότεροι από παλαιότερα, παραμένουν όμως ακόμη λίγοι για να δημιουργήσουν μία μεγάλη αγορά. Οσο για ένα ευρύτερο φιλότεχνο κοινό που αγόραζε κάπου κάπου έργα, αυτό έχει μειωθεί γιατί έχουν μειωθεί τα εισοδήματα του κόσμου», παρατηρεί.

Από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 μέχρι σήμερα, ο χώρος της τέχνης έχει αλλάξει από πολλές πλευρές. Η αγορά και οι τρόποι διακίνησης της τέχνης έχουν πάρει νέες εκφράσεις: παράδειγμα, η εμπλοκή των δημοπρασιών με τη σύγχρονη τέχνη, φαινόμενο που έχει συχνά οδηγήσει σε παραμορφωτικές τιμές. «Η τέχνη ως επένδυση είναι πλέον μια διαδεδομένη αντίληψη, γεγονός που έχει πολλαπλασιάσει και τους ανθρώπους διαφορετικών ειδικοτήτων που την διακινούν. Από τον συνολικό τζίρο της αγοράς της τέχνης οι γκαλερί έχουν το μικρότερο μέρος», λέει η κυρία Δημακοπούλου.

Σήμερα, η γκαλερί θεωρείται αποκλειστικά επιχείρηση. Η κυρία Δημακοπούλου παρέχει μια ασυνήθιστη εξήγηση: «Παλαιότερα, επειδή οι γκαλερί δεν ήταν επιχειρήσεις και προϋπέθεταν μία οικονομική άνεση του ιδιοκτήτη, η πλειοψηφία των ανθρώπων που τις είχαν ήταν γυναίκες. Η γυναικεία ιδιοσυγκρασία είναι πιο ανοιχτή στον διάλογο και στην επικοινωνία. Καθώς όμως η τέχνη έγινε επένδυση, οι γκαλερί πέρασαν στα χέρια των ανδρών, για τους οποίους η οικονομική επιτυχία είναι προϋπόθεση επαγγελματικής καταξίωσης και κύρους».

«Ο Μπέρναρντ Σω είχε κάποτε πει: «Ξέρουμε όλοι τις τιμές των πραγμάτων, αλλά όχι την αξία τους». Πόσω μάλλον σήμερα, που η κοινωνία είναι ακόμη πιο καταναλωτική».

Οι «Νέες Μορφές» μπορεί, όπως λέει ή ίδια, να έκαναν λάθη, ακόμη και συμβιβασμούς, κάτι αναπόφευκτο μέσα σε πενήντα χρόνια πορείας. «Ομως δουλέψαμε πολύ και κοιτώντας πίσω, τολμώ να πω ότι το αποτέλεσμα άξιζε τον κόπο», καταλήγει.

Συνεργασία με σημαντικούς ανθρώπους

«Η τέχνη είναι ζήτημα συνόλου. Οι «Νέες Μορφές» στηρίχθηκαν πάντα στην ομαδική δουλειά, στις ιδέες των συνεργατών», λέει η Τζούλια Δημακοπούλου.

Ολοκληρώνοντας σπουδές ζωγραφικής και διακόσμησης στην Ιταλία, η Τζούλια Δημακοπούλου επιστρέφει στην Ελλάδα και ξεκινάει συνεργασία ως διακοσμήτρια εσωτερικών χώρων στο αρχιτεκτονικό γραφείο του Ανδρέα και της Διονυσίας Προκοπίου, αδελφός και σύζυγος αντίστοιχα του τεχνοκριτικού Αγγελου Προκοπίου. Οι τρεις τους αποφασίζουν, το 1959, να δημιουργήσουν ένα χώρο με αντικείμενα σχεδιασμένα από καλλιτέχνες και λίγο αργότερα, έναν εκθεσιακό χώρο τέχνης, τις «Νεες Μορφές». Εκείνη την εποχή, η μόνες άλλες γκαλερί που λειτουργούσε ήταν ο «Ζυγός» και η γκαλερί του Λεωνίδα Χρηστάκη, οι οποίες όμως δεν είχαν συνεχή πορεία.

Καλλιτεχνικός σύμβουλος των «Νέων Μορφών» ήταν ο Αγγελος Προκοπίου ώς το 1963, που διορίστηκε καθηγητής στο ΕΜΠ.

Μετά τον θάνατο του Ανδρέα Προκοπίου το 1968, συστήνεται νέα εταιρεία με τους Τζούλια Δημακοπούλου, Ιωάννα Μεντζενιώτου και Ρίτα Παγκάλου. Από το 1976, συνεργάτις και στη συνέχεια μέλος της εταιρείας γίνεται η Μαρία Βασιλείου, ενώ το 1991 στην ομάδα προστίθεται η Ελένη Κυπραίου. Μόνιμοι συνεργάτες της γκαλερί, οι Βάσω Χατζηπαράσχου από το 1991 και η Νόρα Σακελλαρίδου από το 1999. Μεταξύ άλλων, στην γκαλερί εργάστηκαν η θεωρητικός της τέχνης Ολγα Δανιηλοπούλου, ο ποιητής Ηλίας Λάγιος και ο εκπαιδευτικός Θανάσης Παπαδημητρίου.

Η έκθεση στο Μπενάκη

Οι «Νέες Μορφές» εκπροσώπησαν 400 καλλιτέχνες (κάποιοι εκ των οποίων εγκατέλειψαν την καριέρα του καλλιτέχνη στην πορεία) και οργάνωσαν συνολικά περίπου 700 εκθέσεις.

Η παρουσία στο Μπενάκη παρουσιάζει μία επιλογή χαρακτηριστικών στιγμών της γκαλερί και είναι διαρθρωμένη σε χρονολογικές ενότητες. Ξεκινάει με το κίνημα της αφαίρεσης -το εναρκτήριο στίγμα της γκαλερί- και με έργα καλλιτεχνών διαφορετικών γενιών, όπως οι Γιάννης Σπυρόπουλος, Γιάννης Μιχαηλίδης, Κώστας Πανιάρας, Νίκος Σαχίνης και Γιάννης Αδαμάκος. Προχωράει σε μία ενότητα εκθέσεων που πραγματοποίθηκαν σε συνεργασία με ινστιτούτα, μουσεία ή ιδρύματα. Προχωράει στη χρονική περίοδο 1967-1980 με έργα καλλιτεχνών όπως οι Ηλίας Δεκουλάκος, Πάρις Πρέκας, Παναγιώτης Τέτσης, Γάννης Βαλαβανίδης και Νίκος Χουλιαράς. Κλείνει με την ενότητα 1980 ώς σήμερα. Εδώ παρουσιάζονται μεταξύ άλλων έργα των Ευγενίας Αποστόλου, Λίζης Καλλιγά, Τάκη Ζερδεβά, Νίκου Ζερδεβά, Νίκου Χαραλαμπίδη και Σωκράτη Φατούρου. Την έκθεση συνοδεύει βιβλίο – κατάλογος που ακολουθεί την ίδια δομή.

Η έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς (138 Πειραιώς, τηλ 210-34.53.338) διαρκεί από 23/9 – 29/11.