ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Πολιτικές ταινίες νίκησαν στη Βενετία

Σαφέστατη πολιτική κατεύθυνση έχουν οι ταινίες που τιμήθηκαν στη Μόστρα της Βενετίας που έληξε το περασμένο Σάββατο. Η κριτική επιτροπή με επικεφαλής τον Ανγκ Λι, είχε να επιλέξει ανάμεσα σε αρκετές ταινίες, που χρωματίζονταν με πολιτικούς ή κοινωνικούς τόνους. Νικητής του Χρυσού Λιονταριού δύο φορές ο ίδιος, με το «Μυστικό του Βrοkeback mountain» και με το «Προσοχή πόθος», ο Ανγκ Λι ως δημιουργός δείχνει αδυναμία στις ιστορίες ηρώων με βαθιά και σύνθετη ψυχοσύνθεση. Το πρόγραμμα του φετινού φεστιβάλ όμως, το οποίο σχεδίασε για ακόμη μια χρονιά ο διευθυντής της Μόστρα Μάρκο Μίλερ, είχε άλλη κατεύθυνση, περισσότερο πολιτική. Κι αυτή την κατεύθυνση ακολούθησαν ακόμη και οι αρκετές αμερικανικές ταινίες του επίσημου προγράμματος.

Η ομάδα των Αμερικανών σκηνοθετών, με τους Στίβεν Σόντερμπεργκ, Γκραντ Χέσλοβ, Μάικλ Μουρ και Ολιβερ Στόουν, παρουσίασε ταινίες που αναφέρονται στην οικονομική κρίση, τα παιχνίδια των επιχειρήσεων, τον πόλεμο, τις διεθνείς σχέσεις της Αμερικής με άλλες χώρες, όπως εκείνες της Λατινικής Αμερικής. Οι ταινίες που κέρδισαν ωστόσο την προσοχή και την εκτίμηση της επιτροπής και έφτασαν στο Χρυσό και το Αργυρό Λιοντάρι, ήταν ιστορίες με έντονο το προσωπικό στοιχείο, αν και εντάσσονται μέσα σε ένα πλαίσιο με σαφή πολιτικό χαρακτήρα.

Τόσο το «Lebanon» του Ισραηλινού Σαμουέλ Μαόζ (Χρυσό λιοντάρι), όσο και οι «Γυναίκες χωρίς άντρες» της Ιρανής Σιρίν Νεσάτ (Αργυρό λιοντάρι), αναφέρονται σε ιστορίες από το σχετικά πρόσφατο παρελθόν των πατρίδων τους και τις συσχετίζουν με την κατάσταση που επικρατεί σήμερα εκεί.

Και οι δύο δημιουργοί συνεχίζουν μια τάση που άρχισε πρόπερσι και πέρυσι από το φεστιβάλ των Καννών, με τις ταινίες μιας άλλης Ιρανής δημιουργού και ενός άλλου Ισραηλινού σκηνοθέτη. Το «Persepolis», το ενήλικο animation που δημιουργήθηκε από το κόμικ της Μαρζάν Σατραπί, μιλάει για την ενηλικίωση μιας νεαρής Ιρανής στην πατρίδα της που αλλάζει, τη φυγή της από τη χώρα και τη δύσκολη σχέση της με το Ιράν που κινείται ανάμεσα στην αγάπη, τη θλίψη και το μίσος γι’ αυτό, στο οποίο μετατρέπεται. Κέρδισε το βραβείο της επιτροπής στις Κάννες και ήταν υποψήφιο για το Οσκαρ animation.

Το «Βαλς με τον Μπασίρ» του Αρι Φόλμαν, animation κι αυτό, αναφέρεται στις τύψεις ενός Ισραηλινού στρατιώτη, του ίδιου του Φόλμαν, που συνεχίζονται χρόνια μετά την εισβολή του ισραηλινού στρατού στον Λίβανο το 1982. Η ταινία διεκδίκησε τον Χρυσό Φοίνικα και το Οσκαρ animation και έγινε σημαντική επιτυχία στο καλλιτεχνικό κύκλωμα διανομής.

Αναμνήσεις από την εισβολή

Με το ίδιο θέμα ασχολείται και ο Μαόζ στο «Lebanon», καθώς περιγράφει την ίδια εισβολή από την πλευρά τεσσάρων Ισραηλινών στρατιωτών, που είναι ουσιαστικά εγκλωβισμένοι στον στενάχωρο χώρο ενός τανκς. Ο ίδιος ήταν νεαρός όταν είχε υπηρετήσει στον ισραηλινό στρατό κατά τη διάρκεια της εισβολής και η ταινία βασίζεται σε μεγάλο μέρος στις προσωπικές του αναμνήσεις. Στόχος του, «ο κόσμος να καταλάβει τη χώρα μου καλύτερα, να καταλάβει την κοινωνία μας καλύτερα, να κατανοήσει την περιπλοκότητα της κοινωνίας μας με καλύτερο τρόπο». Οπως σημειώνει ο σκηνοθέτης, όταν γύρισε σπίτι του, αυτό που γύρισε πίσω, «αυτό που αγκάλιασε η μητέρα μου χαρούμενη που ήμουν ζωντανός, ήταν απλώς ένα κέλυφος. Είχα πεθάνει στον Λίβανο. Μου πήρε 20 χρόνια και αυτή την ταινία για να μπορέσω να γυρίσω πίσω».

Ο Μαόζ περιγράφει το τι τον οδήγησε στο να γυρίσει την ταινία, λέγοντας: «Στις 6.15 το πρωί της 6ης Ιουνίου του 1982 βίωσα για πρώτη φορά από πρώτο χέρι τη φρίκη του πολέμου. Αντέδρασα μ’ έναν ενστικτώδη τρόπο αυτοάμυνας. Ημουν 20 χρόνων. Αφού πέρασαν 25 χρόνια από αυτό το θλιβερό πρωινό που άνοιξε τον πόλεμο του Λιβάνου, έγραψα το σενάριο για την ταινία. Οσο κι αν είχα προσπαθήσει πριν, δεν μπορούσα να συνεχίσω. Είναι καλύτερα να ζει κανείς στην άρνηση παρά να μη ζει. Οταν ένα άτομο νιώθει όμως ότι δεν έχει τίποτα να χάσει, παίρνει ρίσκα. Στις αρχές του 2007 έπιασα πάτο και αποφάσισα να το φτάσω μέχρι τέλους. Ενιωσα ένα παράξενο συναίσθημα ευφορίας. Δεν ήταν μια οργανωμένη, μετρημένη διαδικασία γραφής, αλλά περισσότερο ένα παραλήρημα. Ηθελα να μεταφέρω τις ισοπεδωτικές εμπειρίες του πολέμου στις καρδιές και τις ψυχές αυτών των τεσσάρων ηρώων».

Η φωνή ενός έθνους

Σε αντίθεση με τον σχετικά άγνωστο Μαόζ, η δεύτερη νικήτρια της Μόστρα είναι ένα διάσημο όνομα του καλλιτεχνικού κινηματογράφου και κυρίως των εικαστικών. Γεννημένη το 1957 στο Ιράν, η Νεσάτ έφυγε από τη χώρα σε ηλικία 17 ετών για να σπουδάσει στην Αμερική. Η δουλειά της, κυρίως τα βίντεο που έχει γυρίσει, εξετάζουν τις κοινωνικές και θρησκευτικές πτυχές που συνθέτουν το περιβάλλον στο οποίο ζουν οι γυναίκες στις μουσουλμανικές χώρες. Με αυτά τα βίντεο, η Νεσάτ έχει συμμετάσχει σε εκθέσεις στην Tate Gallery, στο μουσείο Guggenheim, στην Serpentine Gallery του Λονδίνου, αλλά και στο ΕΜΣΤ στο Φιξ.

Οι «Γυναίκες χωρίς άντρες» είναι το ντεμπούτο της στο αφηγηματικό σινεμά μεγάλου μήκους, για το οποίο όπως δήλωσε, δεν είχε ιδέα πώς γίνεται. Στο Ιράν του 1953, το οποίο ζει ένα πραξικόπημα με την υποκίνηση των ΗΠΑ, που θα οδηγήσει στην επιστροφή του Σάχη στη χώρα, τέσσερις γυναίκες συναντιούνται σε έναν κήπο. Εκεί βρίσκουν συντροφιά, ησυχία και ανεξαρτησία. Είναι λίγες στιγμές ηρεμίας πριν από την αναταραχή που τελικά θα οδηγήσει στην ισλαμική επανάσταση και στο Ιράν όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα.

Πώς περιγράφει η ίδια η Νεσάτ την ταινία και τις προθέσεις της; «Οι «Γυναίκες χωρίς άντρες» αφηγούνται τα γεγονότα του καλοκαιριού του 1953, όταν οι ελπίδες του Ιράν συντρίβονται από την παρέμβαση των ξένων δυνάμεων. Τριάντα χρόνια μετά, καθώς βλέπουμε τους νεαρούς άντρες και τις γυναίκες να διαδηλώνουν στους δρόμους της χώρας, μπροστά στο πρόσωπο της αδίστακτης ωμότητας, θυμόμαστε για ακόμη μια φορά, ότι αυτός ο αγώνας παραμένει ζωντανός. Μπορώ μόνο να ελπίζω ότι οι «Γυναίκες χωρίς άντρες», μια συνέχιση της συνολικά νομαδικής μου καλλιτεχνικής προσέγγισης, θα συμβάλει έστω και λίγο στην αφήγηση της σύγχρονης ιστορίας του Ιράν, στο να μας θυμίσει τη φωνή ενός έθνους που φιμώθηκε το 1953 από δυνάμεις εσωτερικές και εξωτερικές και σήμερα βρίσκεται σε ένα σημείο που δεν ακούει τίποτα και κανέναν».