ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Η τόλμη του Μάνου Χατζιδάκι

ΕΠΕΤΕΙΟΣ. Αν και στο ακροατήριο ήταν τα φωτισμένα μυαλά της Αθήνας, όλοι τον άκουγαν έκπληκτοι. Ηταν 31 Ιανουαρίου του 1949 και ο Μάνος Χατζιδάκις μιλούσε για το περιφρονημένο ρεμπέτικο όχι μόνο αποκαθιστώντας το μουσικά αλλά και καταξιώνοντάς το ως μια αυθεντική καλλιτεχνική έκφραση της πιο αδικημένης πλευράς της μεταπολεμικής ελληνικής κοινωνίας.

Εξήντα χρόνια πέρασαν από τότε και αξίζει να θυμηθούμε τις λεπτομέρειες αυτής της τολμηρής ιστορικής στιγμής, να ανακαλύψουμε την πολύ ενδιαφέρουσα προϊστορία της και να αναρωτηθούμε αν υπάρχουν σήμερα τέτοιοι αιρετικοί αστοί που να μπορούν να ανακαλύψουν το κρυμμένο πετράδι. Και κυρίως, σήμερα, στην εποχή της βιομηχανοποίησης, της τυποποίησης και της light αντιμετώπισης, αν υπάρχουν κρυμμένα πετράδια.

Η αξία του ρεμπέτικου

1949. Τα πάθη πολύ πρόσφατα. Το πρότυπο «Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια» είναι επίσημο και επιτακτικό. Το ελληνικό τραγούδι επιτρέπεται να είναι μόνο η εξελληνισμένη εκδοχή της δυτικής ελαφρότητας, το παρακράτος κινείται ανεξέλεγκτα και οποιαδήποτε άλλη στάση και επιλογή θεωρείται ύποπτη.

Σε αυτό το σκοτεινό περιβάλλον ο Μάνος Χατζιδάκις τολμά να μιλήσει για την αξία του «περιφερόμενου λαϊκού σκοπού της πόλης» και να πει: «Το να θέλει κανείς ν’ αγνοήσει την πραγματικότητα και μάλιστα του τόπου του, μόνον κακό του κεφαλιού του μπορεί να κάμει. Τα χρόνια μας είναι δύσκολα και το λαϊκό μας τραγούδι, που δεν φτιάχνεται από ανθρώπους της φούγκας και του κοντραπούντο ώστε να νοιάζεται για εξυγιάνσεις και για πρόχειρα φτιασιδώματα υγείας τραγουδάει την αλήθεια και μόνον την αλήθεια». Τώρα πολλοί μπορούν να πουν αυτά περίπου: «Καλά. Οσα είπες είναι σωστά και τα παραδεχόμαστε. Μα τι μας πείθει ότι το ρεμπέτικο είναι η σημερινή μας λαϊκή έκφραση καθώς και που σαν τέτοια βέβαια πρέπει να συνδέεται με την παράδοση του δημοτικού τραγουδιού και του βυζαντινού μέλους, κι όχι ένα τραγούδι μιας ορισμένης κατηγορίας ανθρώπων που εκφράζει την προσωπική της κατάσταση;».

Κι όμως αυτή η διάλεξή του που άλλαξε τα πράγματα δεν ήταν η πρώτη τολμηρή προσπάθεια καταξίωσης του ρεμπέτικου τραγουδιού από την πλευρά της διανόησης της εποχής.

Δύο ολόκληρα χρόνια πριν, το 1947, Ιανουάριος ήταν πάλι, όταν ο Φοίβος Ανωγειανάκης, από τους κορυφαίους πρωτοπόρους ερευνητές, μουσικολόγους και συλλέκτες, είχε υποστηρίξει από τις σελίδες του «Ριζοσπάστη» ότι «η παράδοση του δημοτικού τραγουδιού και κάπως λιγότερο της βυζαντινής μουσικής, όσο αν εκπλήσσει μερικούς συνεχίζεται σ’ αυτά τα τραγούδια που είναι γνήσια μορφή σημερινής λαϊκής μουσικής…». Η δική του άποψη για τους αφορισμούς «εν ονόματι» της ηθικής πνίγηκε στον κομματικό καθωσπρεπισμό και τις θέσεις του ΚΚΕ. Για την αστική τάξη τα ρεμπέτικα ήταν ταυτισμένα με τον «λαουτζίκο» αλλά και για την Αριστερά ήταν ταυτισμένα με το χασίσι που αποπροσανατολίζει την εργατική τάξη από τα προβλήματά της.

Πυρήνας ή φλοιός;

2009. Επιστροφή στον 21ο αι. Σήμερα στην εποχή της τυποποίησης έχει κανείς την εντύπωση πως δεν υπάρχει πυρήνας αλλά μόνο φλοιός. Ομως, τα πράγματα είναι πολύ πιο θετικά για τα κρυμμένα πετράδια. Το πρότυπο του καθωσπρεπισμού δεν είναι τόσο επιτακτικό όσο τότε. Το Ιντερνετ δίνει τη δυνατότητα να φανεί ό,τι διαφορετικό κινείται έξω από τους κατεστημένους τρόπους. Τάσεις υπάρχουν αλλά δεν έχουν τον σκληρό κοινωνικό και καλλιτεχνικό πυρήνα του ρεμπέτικου. Αλλοι μιλάνε για την ελπίδα της τσιγγάνικης μουσικής, άλλοι για το ραπ και τα παιδιά της ηλεκτρόνικα. Γενικά τις φωνές των ανένταχτων ομάδων. Η πρώτη κατηγορία έχει μια δική της παράδοση με ξεχωριστούς μουσικούς στο παίξιμο (δεν αναφερόμαστε στα καψουροτράγουδα). Η άλλη είναι παγκοσμιοποιημένη, εκφράζεται πάνω σε μια μίνιμαλ επαναλαμβανόμενη φόρμα αλλά ισχυρό πολιτικό λόγο (η μόνη με κοινωνικές ανησυχίες) ενώ η ηλεκτρόνικα, έχει πιστό κοινό στο Διαδίκτυο. Η εποχή είναι ανεκτική σε διαφορετικά είδη γι’ αυτό και τα τραγούδια της παραβατικής στάσης έχουν ιδιαίτερη απήχηση στη νεολαία.

Τα μεγέθη βέβαια δεν είναι ανάλογα ούτε η οπτική με το ρεμπέτικο. Ομως κάτι καινούργιο υπάρχει. Θέλει ίσως χρόνο να εκδηλωθεί δυναμικά. Ας σκεφτούμε αυτά που έλεγε το 1949 ο Μάνος Χατζιδάκις. Οταν υποστήριξε πως «το ρεμπέτικο τραγούδι είναι γνήσια ελληνικό, μοναδικά ελληνικό» και παρουσίασε δύο από τους πιο γνήσιους και δημοφιλείς εκπροσώπους της σύγχρονης ελληνικής μουσικής όπως τους χαρακτήρισε στο κοινό, τον Μάρκο Βαμβακάρη και τη Σωτηρία Μπέλλου.

Τι επιφυλάσσει το μέλλον

«Κάποτε -είπε στο τέλος εκείνης της διάλεξής του στο Θέατρο Τέχνης- θα κοπάσει η φασαρία γύρω τους κι αυτά θα συνεχίσουν ανενόχλητα τον δρόμο τους. Ποιος ξέρει τι καινούργια ζωή μας επιφυλάσσουν τα «νωχελικά 9/8» για το μέλλον. Ομως εμείς θα ‘χουμε πια για καλά νιώσει στο μεταξύ τη δύναμή τους. Και θα τα βλέπουμε πολύ φυσικά και σωστά να υψώνουν τη φωνή τους στον άμεσο περίγυρό τους και να ζουν πότε για να μας ερμηνεύουν και πότε για να μας συνειδητοποιούν τον βαθύτερο εαυτό μας».

Ας μην είμαστε λοιπόν απαισιόδοξοι και για μας. Ποιος ξέρει τι θα μας επιφυλάξει η διάλυση του μουσικού συστήματος όπως το ξέρουμε σήμερα.