ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Είχα χρέος να εξιστορήσω την εποχή μου

Οποτε η κουβέντα επιστρέφει στις μνήμες του Εμφυλίου ή στους λόγους που οδήγησαν στην τραγική κατάληξη του Νίκου Ζαχαριάδη, η φωνή του Αλέξη Πάρνη βαθαίνει και ένα ανεπαίσθητο τρέμουλο εγκαθίσταται στο τέλος κάθε πρότασης. Το πάθος στα μάτια του, που ανοιγοκλείνουν νευρικά επί μισόν αιώνα, μετά τον τραυματισμό του από θραύσματα χειροβομβίδας στα Δεκεμβριανά, μαρτυράει την αγωνία του να εξιστορήσει τη θυσία πολλών «υπέροχων» ανθρώπων. Γι’ αυτό το χρέος, όπως ο ίδιος το αποκαλεί, ο Πάρνης απομονώθηκε τα τελευταία δεκαέξι χρόνια γράφοντας το μυθιστόρημα «Η Οδύσσεια των Διδύμων». «Ο Καντ λέει ότι ο άνθρωπος, για να είναι πραγματικά ελεύθερος, οφείλει να επιλέξει ένα χρέος που δεν του το επιβάλλει ούτε ο Θεός ούτε η φύση ούτε ο κοινωνικός περίγυρος. Πρέπει να επιλέξει μόνος του. Για εμένα αυτή η επιλογή ήταν η εξιστόρηση της εποχής μου. Ηταν ένα χρέος απέναντι σε όλη μου τη ζωή».

Η επιλογή αυτή του στέρησε μέχρι σήμερα μια θέση στην ανθρωπογεωγραφία των μεγάλων της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Ρωτώντας κανείς τριγύρω ανακαλύπτει ότι οι νεότεροι τον αγνοούν, οι παλαιότεροι τον θυμούνται αχνά, μονολογώντας περιστασιακά «μα αυτός έχει χρόνια να ακουστεί». Ξεφυλλίζοντας όμως τα παλιότερα μυθιστορήματά του, τον «Διορθωτή», το «Λεωφόρος Παστερνάκ», διαβάζοντας κάποια αποσπάσματα από την «Οδύσσεια», σύντομα αντιλαμβάνεσαι ότι αυτός ο παρών – απών λογοτέχνης δεν είναι τίποτα λιγότερο από ένας διακριτικός συνομιλητής μιας ολόκληρης εποχής που περιγράφεται μέσα από το δράμα των ηρώων του. Από τα Δεκεμβριανά στον Εμφύλιο και έπειτα στην Τασκένδη και τη Μόσχα, αλλά και στη μετεμφυλιακή Ελλάδα, το δράμα εξελίσσεται σαν μια συνεχής πτώση.

Ζωή σαν μυθιστόρημα

– Υπήρξατε στενός φίλος του ηγέτη του ΚΚΕ, Νίκου Ζαχαριάδη, ο οποίος παραμένει έως και σήμερα μια από της σημαντικότερες και πιο αμφιλεγόμενες φυσιογνωμίες της νεότερης ελληνικής Ιστορίας.

– Ο Ζαχαριάδης, σε αντίθεση με πολλούς άλλους, ήταν απλά συνεπής σε αυτά που πίστεψε μέχρι το τέλος. Ηθελε μια Ελλάδα απαλλαγμένη από κάθε ξένη εξάρτηση, πράγμα που δεν διαπραγματεύτηκε ούτε με τους Σοβιετικούς. Ακόμη και όταν οι άμεσοι συνεργάτες του τον απαρνηθήκανε. Ποιος άλλος στην ελληνική πολιτική ιστορία υπερασπίστηκε τις θέσεις του με τέτοιο κόστος μέχρι το τέλος; Τέσσερα χρόνια στην Ακροναυπλία, τέσσερα χρόνια στο Νταχάου και δεκαεφτά στη Σιβηρία. Ποιος άλλος σύγχρονος Ελληνας πολιτικός έχει μείνει 25 χρόνια φυλακή; Ακόμη και εάν έχεις όλα τα λάθη του κόσμου δεν σημαίνει κάτι αυτό; Πενήντα χρόνια αργότερα, προκειμένου να δείξουν ότι κάνουν κριτική, κάθονται στην πολυθρόνα και λένε: «Α! Αυτό έπρεπε να κάνει ο Ζαχαριάδης, όχι το άλλο». Αγνοώντας ότι οι αποφάσεις πάρθηκαν την ώρα που σου ρίχνανε τα ναπάλμ και καιγόταν ο Γράμμος όλος ή την ώρα της εξορίας. Μα αυτό δεν είναι κριτική, είναι τζάμπα μούρη. Πρέπει να μπεις σε αυτές τις συνθήκες για να κρίνεις τον άθλιο και τον ηγέτη.

– Στο βιβλίο η ιστορία συχνά υφαίνει τη ζωή των ηρώων ερήμην τους. Αυτό είναι κάτι που έχετε βιώσει και εσείς; Πότε μπήκατε στην αντίσταση;

– Οταν οι Γερμανοί σκότωσαν έξι δικούς μου ανθρώπους στην Κρήτη. Παιδί μεσοαστικής οικογένειας ήμουν, δεν ήξερα από κομμουνισμό τότε. Να εκδικηθώ ήθελα.

Το τέλος της Κατοχής τον βρίσκει στην Αθήνα: «Ημουν ο καπετάνιος του λόχου Περιστεριού του ΕΛΑΣ που έδωσε την τελευταία μάχη με τους Γερμανούς στη Γέφυρα της Κολοκυνθούς και στο εργοστάσιο του Λαναρά, 12 Σεπτέμβρη 1944». Στη συνέχεια τραυματίζεται στα Δεκεμβριανά, ακριβώς απέναντι από το φαρμακείο του Μπακάκου. «Αναχαιτίζαμε την επέλαση των βρετανικών τεθωρακισμένων, με κατεύθυνση από την Αγίου Κωνσταντίνου προς τη Λένορμαν, καθώς προσπαθούσαν να φτάσουν στο Περιστέρι όπου βρισκόταν το αρχηγείο μας. Επρεπε να κάνουμε οδόφραγμα αλλά δεν προφταίναμε. Ξάφνου έρχεται ένα καμιόνι με δυναμίτες και ένα παλιό κομματικό στέλεχος μου λέει να γκρεμίσουμε το Εθνικό Θέατρο και την εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου για να φτιάξουμε ανάχωμα». Του απάντησα: «Αυτό είναι ένα τεράστιο πολιτικό λάθος, πρόκειται για δύο λαϊκά σύμβολα, θα μας λιθοβολήσουν μέχρι και οι κομμουνιστές». Αρνήθηκε.

Σε κάθε βήμα ναρκοπέδιο

– Τότε τραυματιστήκατε;

– Τυφλώθηκα προσωρινά από θραύσματα χειροβομβίδας. Επειδή είχα ένα βλήμα στο γόνατο, το οποίο είχε πάθει γάγγραινα, με έστειλαν στο νοσοκομείο της Κορυτσάς όπου υπήρχε ένας αιχμάλωτος Ιταλός χειρουργός. Υστερα, πέρασα στην Αλβανία, στο Ρουμπίκ. Εκεί άρχισα να γράφω τα πρώτα μου θεατρικά έργα για να ψυχαγωγώ τους αντάρτες – ήμασταν τότε περίπου πεντακόσιοι. Αργότερα πήγα στη Γιουγκοσλαβία, στο περίφημο Μπούλκες, και κατά κάποιο τρόπο αναδείχθηκα σε θεατρικό συγγραφέα.

Με αυτή την αφορμή τον καλούν στον Δημοκρατικό Στρατό το ’48 ως πολεμικό ανταποκριτή, όπου απασχολείται μέχρι το τέλος του πολέμου στην εφημερίδα «Προς τη Νίκη». Ενα επεισόδιο από εκείνη την περίοδο θα τον ακολουθήσει σε όλη του τη ζωή: «Συνόδευα κυρίως τις ταξιαρχίες που κάνανε διεισδύσεις στα μετόπισθεν για αντιπερισπασμούς ή για να καταστρέψουν υποδομές. Κάποτε με έστειλαν με τη ταξιαρχία του Βαϊνά. Κατεβήκαμε νύχτα στον κάμπο της Φλώρινας όπου βρισκόντουσαν τα οχυρωμένα από τον κυβερνητικό στρατό χωριά Κλεισούρα, Νυμφαίο και Σκλήθρο. Ξαφνικά έρχεται τηλεγράφημα να γυρίσω μόνος μου στο γενικό αρχηγείο πίσω στο Βίτσι. Τους δρόμους δεν τους ήξεραν και μου δώσαν ένα ντόπιο για συνοδό. Ξαναπεράσαμε την Κλεισούρα και φτάναμε προς τα υψώματα, απ’ όπου εποπτεύαν οι κυβερνητικοί, για να βγούμε στο βουνό πριν ξημερώσει. Ξαφνικά αυτός με αφήνει σύξυλο, αυτομόλησε. Σε κάθε βήμα ναρκοπέδιο, έτσι και ξημέρωνε θα με πιάνανε οι ενέδρες. Δεν ήξερα τι να κάνω… Σε ένα σημείο περπατούσα με το αυτόματο κάτω από το σαγόνι, να αυτοπυροβοληθώ πριν προλάβουν και με βουτήξουν. Θυμάμαι την αγωνία μου όταν ήρθε το ξημέρωμα και βγήκα στο εκκενωμένο χωριό Τριανταφυλλιά όπου συνάντησα μια διμοιρία από αντάρτες».

Ο «Μπελογιάννης» γράφτηκε με τα λεφτά του Χικμέτ

Με την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού φεύγει μαζί με τους πρώτους πολιτικούς πρόσφυγες για την Τασκένδη και τον Σεπτέμβρη του ’51 με εντολή του Ζαχαριάδη πάει στο Πανεπιστήμιο Γκόρκι στη Μόσχα, όπου θα γεννηθεί η φιλία του με τον γνωστό Τούρκο συγγραφέα Ναζίμ Χικμέτ:

«Τον Δεκέμβρη του ’51 υπάρχει στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας της Ενωσης Συγγραφέων άρθρο του Ναζίμ Χικμέτ όπου αναφέρει τους κομμουνιστές ποιητές του κόσμου: Αραγκόν, Νερούδα και μέσα έχει και εμένα. Δεν τον είχα δει ποτέ τον άνθρωπο, πρωτοετής φοιτητής ήμουν ακόμα. Του είχε πει μάλιστα ο Ζαχαριάδης, ο οποίος ήταν καλός αλλά πολύ αυστηρός και δεν ήθελε να παίρνουν τα μυαλά μας αέρα, «Καλά βρε, εγώ τον έστειλα να σπουδάσει, αλλά τόσο σπουδαίος είναι να τον βάλεις δίπλα στον Νερούδα;». Αυτός του απάντησε ότι είναι σαν αυτούς τους ανατολίτες έμπορους που όταν ψάχνουν ένα ύφασμα αρκεί να αγγίξουν την ούγια για να καταλάβουν τι αξίζει. Εγώ τον πρωτοσυνάντησα τρεις μήνες μετά και τον ρώτησα το ίδιο πράγμα. Από τότε μείναμε φίλοι».

– Τα χρόνια της σχολής πρέπει να ήταν πολύ δημιουργικά. Τότε αποκτάτε διεθνή φήμη με τον «Μπελογιάννη».

– Δεν ήμουν πολύ καλός σπουδαστής. Αλλά υπάρχει μια συγκινητική ιστορία με το ποίημα «Μπελογιάννης». Η εστία όπου μέναμε οι φοιτητές ήταν έξι ώρες πήγαιν’ έλα. Ημουν και αρκετά μεγαλύτερος και δεν κόλλαγα στο κλίμα της εστίας. «Κανόνισε, μου λέει ο Χικμέτ, να δεις τον διευθυντή να σε φέρει κάπου στη Μόσχα». Πραγματικά με έφεραν σε ένα δωμάτιο δίπλα στη βιβλιοθήκη όπου έμεναν τρεις τραυματίες πολέμου. Ηταν πολύ καλά πλάσματα, λάτρευαν την Ελλάδα και τους αντάρτες, αλλά η ζωή μαζί τους ήταν αφόρητη. Ηταν από το μέτωπο τα παιδιά, είχαν και την προδιάθεση των Ρώσων, έπιναν από το πρωί ώς το βράδυ. Ηταν αδύνατον να γράψεις εκεί μέσα. Μου λέει λοιπόν ο Χικμέτ: «Δεν λες στον Ζαχαριάδη να σου νοικιάσει ένα δωμάτιο, αφού σου έχει αναθέσει να γράψεις τον Μπελογιάννη; Πώς να δουλέψεις σε αυτές τις συνθήκες;». Ντράπηκα πολύ, εγώ σπούδαζα με υποτροφία στη Μόσχα, όταν οι παράνομοι στην Αθήνα δεν είχαν υπόγειο να κοιμηθούν και πηγαίνανε στο απόσπασμα, και να ζητάω και σπίτι από το κόμμα… «Δεν το κάνω», του λέω. Υστερα από δέκα μέρες με παίρνει η γυναίκα του: «Εχει μια φίλη ο Χικμέτ με ένα θαυμάσιο σπίτι στη πλατεία Μαγιακόφσκι, της οποίας ο σύζυγος έχει πεθάνει και τα παιδιά λείπουν, εάν θες να πας να μείνεις εκεί, αφού και αυτή δεν θέλει να είναι μόνη», μου λέει. Και πήγα. Το 1989 με καλεί η Ενωση Συγγραφέων για ένα μήνα ως επίσημο επισκέπτη. Κάπου συνάντησα τον μεταφραστή του Χικμέτ και πάνω στη κουβέντα μου λέει: «Ξέρεις, Αλέξη, ο Χικμέτ πλήρωνε ενοίκιο τότε για το δωμάτιο, με μόνο όρο να μη μάθεις τίποτα για να μη σηκωθείς και φύγεις». Ο Χικμέτ είχε πεθάνει το 1965, τόσα χρόνια μετά κάτι ήθελα να κάνω όταν το έμαθα, αλλά τι; Να απλώς το λέω τώρα ότι εκεί γράφτηκε ο «Μπελογιάννης», με τα λεφτά του Χικμέτ…

Ο Χρουστσόφ έσωσε ένα έργο μου

– Αμέσως μετά προκύπτει η σύγκρουση μέσα στο κόμμα και εσείς περιθωριοποιείστε. Οι καλές μέρες δεν κρατάνε πολύ…

– Μετά την καθαίρεση του Ζαχαριάδη με φώναξε ο Κολλιγιάννης και μου ζήτησε να επανέλθω στο κόμμα. Αρνήθηκα. Οσοι δεν δεχθήκαμε τη σοβιετική παρέμβαση στο κόμμα, πέσαμε σε δυσμένεια. Κάθε βράδυ άραζε το αυτοκίνητο της Ασφάλειας έξω από το σπίτι. Ανοιγες την κουρτίνα τη νύχτα στο σκοτάδι και όπως ήταν στρωμένο το χιόνι σα λευκό σεντόνι, έβλεπες την ολόμαυρη «Μαρούσκα» να περιμένει και άκουγες ανοιχτό τον ασύρματο, για να ξέρεις ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να έρθει εντολή να σε πάρουν. Ολοι έλεγαν ότι τότε έπρεπε να με είχαν εξοντώσει, αλλά εν τω μεταξύ δημοσιεύθηκε ο «Μπελογιάννης» στην Κίνα και άρχισαν να φτάνουν γράμματα ομαδικά από τους γνωστότερους Κινέζους λογοτέχνες και από αλλού. Ημουν τυχερός, γιατί λόγω της αναγνώρισης δεν μπορούσαν να με εξοντώσουν. Ωστόσο, δεν με άφηναν να δημοσιεύσω τίποτα από το ’55 μέχρι το ’59.

Το «Νησί της Αφροδίτης» το είχε απορρίψει η λογοκρισία, εγώ ήμουν διαγραμμένος, ξέρεις πώς σώθηκε; Το ’59 όταν χαλάρωσαν κάπως τα πράγματα, μου είπε ο Μπορίς Πολεβόι, πρόεδρος της Ενωσης Συγγραφέων: «Φέρε το ίσως μπορεί να ανέβει». Το έδωσε στον Κομισαρζέφκσι, έναν πολύ δυνατό σκηνοθέτη τότε και πολύ έξυπνο. Υπήρχε στο Μάλι Τεάτρ η Βέρα Πασέναγια, σαν να λέμε η Κοτοπούλη της Ρωσίας, εβδομηντάρα τότε, δεν έβρισκε μεγάλο ρόλο να παίξει. Της λέει αυτός υπάρχει ένας ρόλος της μάνας ενός αγωνιστή της Κύπρου που παλεύει τον αγγλικό ιμπεριαλισμό. Το διάβασε αυτή και τρελάθηκε, αλλά πώς να ανέβει αφού εγώ ήμουν διαγραμμένος. Αυτή ήταν φίλη της γυναίκας του Χρουστσόφ, τον παίρνει λοιπόν απευθείας τηλέφωνο. Με το παιδιάστικο νάζι της μεγάλης πρωταγωνίστριας -τώρα σοβαρά σου μιλάω· μου τα διηγήθηκε η ίδια αργότερα- λέει: «Σύντροφε Νικήτα βρήκα επιτέλους και εγώ ένα έργο να παίξω η καημένη και δεν με αφήνουν», λες και ήταν η τελευταία της σειράς και μιλάμε τώρα για κλασική του ρωσικού θεάτρου. «Ποιος δεν σας αφήνει, πείτε μου ποιος, να τον σκίσω». «Να ο συγγραφέας είναι ένας Ελληνας πολιτικός πρόσφυγας που τον έχουν διαγράψει εκεί στην Τασκένδη, εγώ είμαι ηθοποιός, δεν τα καταλαβαίνω αυτά τα πράγματα». «Γιατί, τα καταλαβαίνω εγώ;», της λέει ο Χρουστσόφ (γέλια). «Παίχτε το έργο και όποιος σας μιλήσει να τον παραπέμπετε σε εμένα». Την άλλη μέρα με φωνάξανε στο Μάλι Τεάτρ να υπογράψω το συμβόλαιο και αρχίσανε τις πρόβες. Μέσα σε ένα μήνα ξαναέγινα ένδοξος. Το έργο έγινε θρίαμβος, έφτασε να παίζεται σε 170 θέατρα σε όλη τη Σοβιετική Ενωση. Με φωνάξανε ως υποψήφιο για το Βραβείο Λένιν, με τον όρο να δεχθώ την αποκήρυξη του Ζαχαριάδη ή αλλιώς να γίνω Σοβιετικός υπήκοος. Αρνήθηκα.

Επιστροφή στην Ελλάδα

Το «Νησί της Αφροδίτης» ανέβηκε στην Ελλάδα το ’63. Εναν χρόνο πριν, είχαν επισκεφθεί τη Μόσχα ο Θεοτοκάς, ο Εμπειρίκος και ο Ελύτης και είχαν προσκαλέσει τον Πάρνη στην Ελλάδα για την πρεμιέρα. Πρόσκληση που έγινε αφορμή για τον επαναπατρισμό του.

– Αυτό το έργο υπήρξε φύλακας άγγελος για σας;

– Κατά κάποιον τρόπο. Οταν με συλλάβανε στη διάρκεια της δικτατορίας με βγάλανε σε δύο μέρες. Με το που το έμαθε ο Μακάριος τηλεφώνησε και ζήτησε να με αφήσουν. Το ’69 με φώναξε στην Κύπρο και χρηματοδότησε τη κινηματογράφηση του έργου. Αυτός μεσολάβησε και ταξίδεψα το ’72 στο Λος Αντζελες για να διαπραγματευτώ τη κινηματογράφηση του «Διορθωτή». Τότε βρισκόταν εκεί ο Σπύρος Σκούρας, επικεφαλής της «20th Century Fox» και με έστειλε σε αυτόν προσωπικά. Μάλιστα για πρωταγωνιστής προοριζόταν ο Ντάστιν Χόφμαν που είχε ήδη κάνει τον «Πρωτάρη», δεν προχώρησε όμως. Τα επόμενα χρόνια έκανα κάποια καλά σενάρια και συνέχισα να γράφω. Ο Ψαθάς, ο Τσιφόρος και άλλοι με βοήθησαν πολύ, αλλά εγώ δεν ήθελα να μπω στην πιάτσα. Από μυθιστόρημα σε μυθιστόρημα χανόμουν. Επειτα είχε ωριμάσει η ιδέα γι’ αυτό το μυθιστόρημα, το ’90 πήρα σύνταξη και μερικά χρόνια αργότερα αποσύρθηκα για να το γράψω.

Εργογραφία

Το 1954 δημοσιεύει στο λογοτεχνικό περιοδικό «Νόβι Μιρ» το μεγάλο επικό ποίημά του «Μπελογιάννης», για το οποίο τον επόμενο χρόνο τιμάται με το Α΄ Βραβείο Ποίησης στο Φεστιβάλ Βαρσοβίας. Το 1960 ανεβαίνει στο Μάλι Τεάτρ της Μόσχας το θεατρικό έργο του «Το νησί της Αφροδίτης». Το 1966, έχοντας πλέον επαναπατριστεί, ο Αλέξης Πάρνης παρουσιάζει το σατιρικό μυθιστόρημα «Ο Διορθωτής». Το 1967 ανεβαίνει στο Θέατρο Ο’ Νιλ, στο Πλέι Χάουζ της Μασαχουσέτης, το δράμα του «Λεωφόρος Παστερνάκ». Βιβλία του και θεατρικά του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Το νέο του μυθιστόρημα «Η οδύσσεια των διδύμων» θα κυκλοφορήσει σε λίγες ημέρες από τις εκδόσεις «Καστανιώτης».